Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

ΟΙ ΙΕΡΕΙΣ ΦΟΡΕΙΣ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ - ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

ΟΙ ΙΕΡΕΙΣ ΦΟΡΕΙΣ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ (Ιω. 7, 37-52 και 8, 12)
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
(κήρυγμα στο Νεοχώρι Άρτας, στις 15/6/1997)
 
«Σας συμφέρει να φύγω»

Πόσο μεγάλη σημασία έχει η εορτή της Πεντηκοστής και η παρουσία του Αγίου Πνεύματος για να μας φωτίζει, να μας αγιάζει και να μας σώζει, ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός το έλεγε στους μαθητές Του: «Σας συμφέρει, να φύγω εγώ. Γιατί άμα δεν φύγω, δεν θα ‘ρθει το Άγιο Πνεύμα. Καλύτερα να λείπω εγώ, για σας, παρά η χάρη Αγίου Πνεύματος». Φαντασθείτε αδελφοί, πόσο μεγάλο πράγμα είναι για μας το Πνεύμα το Άγιο και η χάρη Του, που μας φωτίζει, που μας καθαρίζει από κάθε κηλίδα, που μας αγιάζει.
Η χάρη Αγίου Πνεύματος είναι δώρο της καλωσύνης του Θεού. Και το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το Πνεύμα το Άγιο, το οποίο έστειλε ο Κύριος στους αποστόλους Του την ημέρα της Πεντηκοστής. Αυτό ενεργεί μέσα μας και μέσα στην αγία Εκκλησία για τη σωτηρία μας.

Ας με ξεπεράσουν όλοι


Για να καταλάβουμε αυτό το μεγάλο μυστήριο, ας κάνουμε μια μικρή αναδρομή. Όταν ο Θεός επέλεξε τον Ισραήλ για να γίνει πρόδρομος της Εκκλησίας, και να γεννηθεί από τους κόλπους του ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους, διάλεξε τον Μωυσή και του ανέθεσε να οδηγήσει τον λαό Του, τον Ισραήλ, στη γη της Επαγγελίας. Ήταν εξακόσιες χιλιάδες άνθρωποι. «Ποιος είμαι εγώ, που θα αναλάβω τέτοιο έργο;», έλεγε στον Θεό ο Μωυσής. «Αν δεν σε έχω κοντά μου, αν δεν είσαι συ μαζί μου, εγώ τέτοια αποστολή δεν την αναλαμβάνω». Και ο Θεός τον γέμισε με χάρη Αγίου Πνεύματος.
Αλλά όσο και αν είχε χάρη Αγίου Πνεύματος, μοναχός του ο Μωυσής, σαν άνθρωπος, δεν αρκούσε να καθοδηγήσει εξακόσιες χιλιάδες κόσμο. Και είπε μια ημέρα στην προσευχή του: «Κύριε, δεν αντέχω. Δεν μπορώ να κάνω σωστά αυτό το έργο που μου ανέθεσες».
Απάντησε ο Θεός: «Διάλεξε εβδομήντα πρεσβυτέρους. Εγώ θα αφαιρέσω από το Πνεύμα που έχεις επάνω σου και θα δώσω σε εκείνους. Και έτσι μόνο θα μπορούν να σε βοηθήσουν». Δηλαδή ο Μωυσής άκουσε ότι θα τον «κοντύνει» ο Θεός. Γιατί έτσι εξηγούνται τα λόγια: «θα αφαιρέσω από σένα, θα βγάλω από σένα και θα δώσω σ’ αυτούς». Αλλά έχοντας μεγάλη αγάπη για το έργο του και για το λαό του, και μεγάλη εμπιστοσύνη στον Θεό του είπε: «Σύμφωνοι. Να αφαιρέσεις ό,τι θέλεις από μένα». Και διάλεξε ο Μωυσής εβδομήντα πρεσβυτέρους και τους εκάλεσε να σταθούν γύρω από τη σκηνή του Μαρτυρίου. Όταν εκείνοι στάθηκαν, παρακάλεσε τον Θεό. Και ο Θεός «αφείλετο», πήρε από το Πνεύμα που είχε δώσει σ’ αυτόν και έδωσε στους πρεσβυτέρους. Και άρχισαν όλοι μαζί να προφητεύουν και να διηγούνται τα μεγαλεία του Θεού.
Εκείνη όμως την στιγμή που είχε συντελεσθεί η χειροτονία των εβδομήκοντα πρεσβυτέρων, έτρεξε ο Ιησούς του Ναυή και του λέει: «Κύριε Μωυσή, εβδομήντα διάλεξες, αλλά οι δύο δεν ήρθαν εδώ πέρα, γιατί δεν σε αναγνωρίζουν. Δεν σε θέλουν. Απειθούν εναντίον σου. Και όμως τώρα αυτοί οι δύο, εκεί που είναι μόνοι τους, προφητεύουν. Γέμισαν και αυτοί Πνεύμα Άγιο και διηγούνται τα μεγαλεία του Θεού. Κάνε παρέμβαση και εμπόδισέ τους. Δεν κάνει, οι αχάριστοι, να έχουν τέτοια χάρη και τέτοια εξουσία».
Ο Μωυσής γύρισε στον αγαπημένο μαθητή του, τον Ιησού του Ναυή, και αντί να επηρεαστεί από τα λόγια του, του είπε αυστηρά: «Δεν μου λες, ήλθες για να με κάνεις να ζηλέψω και να αγριέψω εναντίον τους; Ξέρεις ποια είναι η διάθεσή μου; Μακάρι ο Θεός να πάρει όλο το Πνεύμα που έχει δώσει σε εμένα και να το δώσει σε όλο το λαό Του. Και να μη μείνει ούτε ένας άνθρωπος από τον λαό, που να μην είναι προφήτης».
Τα λόγια αυτά του Μωυσή αποδεικνύουν πόσο η χάρη του Αγίου Πνεύματος είχε ενεργήσει στην καρδιά του, την είχε καθαρίσει από κάθε κηλίδα και την είχε αγιάσει εντελώς, ώστε να μην λυπάται τον εαυτό του, να μη ζηλεύει, να μη νευριάζει, να μην φθονεί, να μην φοβάται εχθρούς, αλλά να έχει μέσα του ειρήνη με όλους, και απέραντη εμπιστοσύνη στον Θεό. «Ο Θεός θέλησε και τους έδωσε Πνεύμα Άγιο» έλεγε, «εγώ θα φοβηθώ;»

Ο νέος Μωυσής


Αργότερα, όταν κατέβηκε στη γη ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, έκανε κάτι το ανάλογο. Πήρε από το Πνεύμα το δικό Του και έδωσε στους αποστόλους Του. «Κατέπεμψε το Πνεύμα το Άγιο εν είδει πυρίνων γλωσσών» που πήγαν και κάθισαν επάνω στους δώδεκα αποστόλους. Και τους γέμισαν με χάρη, με αγάπη, με θυσία και με σοφία. Οι αγράμματοι και αλιείς άρχισαν να διηγούνται τα μεγαλεία του Θεού. Και όταν είδαν κόσμο συγκεντρωμένο κοντά τους να απορεί και να εξίσταται για τα παράδοξα που άκουγε και έβλεπε, στάθηκε απέναντί τους ο απόστολος Πέτρος και τους μίλησε άφοβα. Ένας μιλούσε, αλλά ακουγόταν η φωνή του στα αυτιά των ανθρώπων σαν να τους μιλούσε στη δική τους γλώσσα.
Έγινε τότε ένα μοναδικό θαύμα. Άρχισαν και οι απόστολοι να διηγούνται τα μεγαλεία, τη σοφία, την αγάπη και την θυσία για μας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Και ακούγοντάς τους ακροατές ξένοι και αλλόγλωσσοι γέμισαν με χάρη Αγίου Πνεύματος και άκουγαν τους αποστόλους να τους μιλάνε στη μητρική τους γλώσσα. Έτσι έγιναν οι πρώτοι χριστιανοί. Έτσι έγινε η πρώτη ενότητα των ανθρώπων.
Να το ξεκαθαρίσουμε. Ενότητα αληθινή είναι η ένωση των ανθρώπων γύρω από τον Θεό. Ενότητα «κατά διάβολον» δεν γίνεται. Ενότητα γίνεται μόνο κοντά στο Θεό που είναι αγάπη και θυσία. Και μας κάλεσε τότε «εις ενότητα», να γίνουμε όλοι «ένα» στην ομολογία της ορθής πίστεως. Ότι, δηλαδή, ένας είναι ο Πατέρας, ο άναρχος και επουράνιος και ένας είναι ο Υιός Του, που έγινε άνθρωπος για μας. Και ένα το Πανάγιο Πνεύμα το οποίο δια της Εκκλησίας - δια των αρχιερέων και ιερέων- δίδεται στους πιστούς, για να τους αγιάζει και να τους καθαρίζει από κάθε αμαρτία. Και έτσι να γίνονται όλοι άξιοι να ενωθούν στην ομολογία της Αγίας Τριάδος, ώστε να μπορούμε να ψάλλουμε: «Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή, αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες».
Δεν έχει αξία να ενώνονται οι άνθρωποι έξω από την αλήθεια «κατά διάβολον». Ο διάβολος δεν ενώνει, χωρίζει. Ενώνει στο κακό για την καταστροφή. Ο Χριστός ενώνει για τη σωτηρία μας. Και γι’ αυτό εμείς ψάλλουμε με ευγνωμοσύνη το γλυκύτατο τροπάριο: «Ευλογητός ει Χριστέ ο Θεός, ο πανσόφους τους αλιείς αναδείξας, καταπέμψας αυτοίς το Πνεύμα το Άγιον και δι’ αυτών την οικουμένην σαγηνεύσας φιλάνθρωπε δόξα σοι».

Η Πεντηκοστή παρατεινόμενη

Αυτή η Πεντηκοστή συνεχίζεται στους αιώνες των αιώνων. Κάθε φορά που χειροτονείται ένας αρχιερέας, έστω και αν δεν έχει τις αρετές των αγίων αποστόλων, λαμβάνει την χάρη Αγίου Πνεύματος, όπως και όσο την είχε λάβει ο πανεύφημος απόστολος Πέτρος και ο απόστολος Ιωάννης. Και έχει την εντολή του Θεού, να δέχεται και να χαίρει όταν αφαιρεί από πάνω του ο Θεός και δίνει στους πρεσβυτέρους τους οποίους χειροτονεί, για να ποιμαίνουν τον λαό του Θεού. Αυτόν τον λαό, όσο και αν είχε καλή διάθεση, δεν θα κατόρθωνε, επειδή είναι ένας και έχει περιορισμένες δυνατότητες, να τον διακονήσει σωστά, όσο και αν η χάρη του Θεού σκηνώνει επάνω του. Και γι’ αυτό χαιρόμαστε, όταν ο Θεός αναδεικνύει αγίους ιερείς, καλούς οδηγούς του λαού Του. Γεμάτους Πνεύμα, χάρη, αγιότητα και θυσία.
Ας ευχόμεθα να αγιάζει ο Θεός και εμάς, και ολόκληρη την Εκκλησία Του με τη χάρη του παναγίου Πνεύματος, την οποία έστειλε την Πεντηκοστή στους αποστόλους Του. Και επειδή οι ιερείς έλαβαν την χάρη του Αγίου Πνεύματος και ιερουργούν εξ ονόματος του Χριστού, δικαίως τους σεβόμαστε, δικαίως φιλάμε το χέρι τους και δικαίως ζητάμε τις ευχές τους. Και για όλες τις τιμές που δείχνουμε στους ιερείς, αλλά αναφέρονται στον Χριστό, θα έχουμε την ευλογία του Χριστού, ο οποίος θα πολλαπλασιάζει τη χάρη Του στις ψυχές μας, και θα αγιάζει ολόκληρη τη ζωή μας. Αμήν
.-


εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς.

Ιω. 20,21                  Είπε, λοιπόν, τότε εις αυτούς ο Ιησούς· “ειρήνη εις σας. Οπως έστειλεν εμέ ο Πατήρ, δια να τελειώσω το έργον της σωτηρίας των ανθρώπων, έτσι και εγώ στέλνω σας, να μεταφέρετε στους ανθρώπους την σωτηρίαν”.

Ιω. 20,22           καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον·

Ιω. 20,22                  Και αφού είπε τούτο, εφύσησε εις τα πρόσωπα των την ζωογόνον πνοήν της νέας ζωής και τους είπε· “λάβετε Πνεύμα Αγιον.

Ιω. 20,23           ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται.

Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος Λόγος Δεύτερος

Επειδή δε όσα σχεδόν των Γραφών αγνοούν οι Λατίνοι, τα εκτρέπουν διαστρεβλωτικώς προς την κακοδοξία τους από απορία ή κακοβουλία -περισσότερα δε είναι αυτά τα όποια αγνοούν από όσα τους φαίνονται αναντίρρητα, με τα όποια εξαπατούν τον γύρω τους όχλο σαν να είναι προφανή- αυτά θα τα αναφέρουμε εμείς τώρα και -αφού με την βοήθεια του Θεού αποδείξουμε ότι κακώς έχουν εκληφθεί από αυτούς, και τα αποσπάσουμε ως θεμέλιους- θα αποδείξουμε ότι είναι σαθρό όλο το οικοδόμημα της ασέβειας.

6. Ας τοποθετήσουμε λοιπόν πρώτον εκείνο το οποίο προηγουμένως το θεωρούσανε εντελώς ακαταμάχητο, ως λεχθέν υπό του Λόγου της αληθείας: «ἐνεφύσησεν αὐτοῖς καί εἶπε, λάβετε Πνεῦμα ἅγιον». Βλέπεις, λέγουν, πως σαφώς το άγιον Πνεύμα προέρχεται και εκ του Υιού;

Άραγε λοιπόν, επειδή μόλις ενεφύσησε είπε «λάβετε Πνεῦμα ἅγιον», το εμφύσημα ήταν το άγιον Πνεύμα, ώστε το εκπόρευμα να είναι το ίδιο με το δια της σαρκός εμφύσημα ή με το ότι δίδεται δι' εμφυσήματος τεκμηριώνουν ότι το άγιον Πνεύμα είναι εμφύσημα της θεότητος του Χρίστου και από αυτό συμπεραίνουν ότι εκπορεύεται από τον Υιό;

Αλλά όποιο από αυτά τα δύο και να λέγουν, ας αποστομωθούν κατά πρώτον και με λίγα λόγια από αυτό εδώ το σημείο. Διότι ο Κύριος εμφυσήσας δεν είπε, "λάβετε το Πνεύμα", αλλά χωρίς το άρθρον, «λάβετε Πνεῦμα ἅγιον», δηλαδή μόριο του Πνεύματος.

Είναι λοιπόν σαφές ότι δια του εμφυσήματος έδωσε μερική ενέργεια του Πνεύματος, όχι την φύσιν ή την υπόσταση αυτού. Διότι η φύσις και υπόστασις του θείου Πνεύματος είναι εντελώς αμέριστος.

Γιατί δε δια εμφυσήσεως έδωσε ό,τι έδωσε; Για να δείξει ότι μία είναι η ενέργεια αυτού και του θείου Πνεύματος και με αυτό να παραστήσει την συνάφεια και συμφυΐα και ομοτιμία αλλήλων, δηλαδή εαυτού και εκείνου, όπως είπε και ο θεολόγος Χρυσόστομος γράφοντας τα εξής: «μερικοί λέγουν ότι δεν έδωσε το Πνεύμα, αλλά δι' εμφυσήματος τους κατέστησε ικανούς προς υποδοχή. Δεν θα αστοχούσε δε κάποιος, αν έλεγε ότι και τότε έλαβαν κάποιαν πνευματική εξουσία και χάριν, ώστε να συγχωρούν αμαρτήματα. Γι' αυτό πρόσθεσε, οποίων συγχωρήσετε τα αμαρτήματα, συγχωρούνται, δείχνοντας ποιο είδος ενέργειας δίδει, διότι η χάρις του Πνεύματος είναι άφατος και η δωρεά πολυειδής. Τούτο δε γίνεται για να μάθεις ότι μία είναι η δωρεά και η εξουσία Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος».

7.
Για να απαντήσουμε δε προς αυτούς και διεξοδικότερα, αν το εμφύσημα του Κυρίου ήταν το άγιον Πνεύμα, τότε και η αναπνοή την οποίαν χρησιμοποιεί και δια της οποίας έγινε και το εμφύσημα, θα ήταν το άγιο Πνεύμα. Επομένως δεν ήταν άνθρωπος, όπως εμείς, αλλά ή ήταν φαντασία, κατά την φαντασία των Ακεφάλων, ή και πριν συναναστραφεί με τούς ανθρώπους είχε από την αρχή κατά παρόμοιο τρόπο συγκροτημένη την σαρκική φύση κατά την άνοια του Απολιναρίου. Και όμως ο ίδιος ο Κύριος είπε πάντως και τούτο, «τά ρήματα, ἅ ἐγώ λαλῶ, Πνεῦμά εἰσι καί ζωή εἰσι». Εάν δε είναι Πνεύμα, είναι και Πνεύμα άγιον˙ διότι πώς αλλιώς; Επομένως κατά την ερμηνεία των Ιταλών περί του εμφυσήματος και το Πνεύμα είναι Λόγος και μάλιστα Θεού Λόγος. Τί θα ήταν τολμηρότερο τούτου; Μάλλον δε θα ήταν λόγοι, και μάλιστα Θεού λόγοι˙ διότι τα ρήματα είναι πλήθος.

Χρειάζεται δε να επιστηθεί και εδώ η προσοχή επί του ότι δεν είπε ότι «Τα ρήματα τα όποια εγώ λαλώ είναι το Πνεύμα», αλλά χωρίς το άρθρο, δηλώνοντας ότι αυτά δεν είναι η υπόσταση του Πνεύματος, αλλά είναι γεμάτα από την ενέργεια του θείου Πνεύματος και ότι δι' αυτών χορηγείται η ζωοποιός ενέργεια του Πνεύματος. Και όταν άλλωστε εμφυσήσας είπε, «λάβετε Πνεύμα άγιον», αυτό ακριβώς είπε, ότι το εμφύσημα τούτο είναι πεπληρωμένο από την εξουσία του θείου Πνεύματος να λύει και να δεσμεύει.

ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΑΛΛΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΒΡΙ ΑΥΤΗ ΩΡΜΩΜΕΝΟΣ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΕΦΤΙΑΞΕ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ.

Ο κ. Ζηζιούλας εμβάθυνε όσο μπορούσε περισσότερο, στις έσχατες συνέπειές του, το πρωτόλειο Filioque και βρήκε το αληθινό Δόγμα της νέας πίστεως! Το Bishopoque!

Αγαπητοί “πιστοί” της Νέας Εκκλησίας, να μην ξεχάσετε ποτέ σας πως μόνον η αμαρτία εναντίον του Αγίου Πνεύματος δεν συγχωρείται ποτέ!

Το πράγμα γινόταν εξαιρετικά … ενδιαφέρον, καθώς από ένα σημείο και πέρα, έγινε σαφές ότι σε κάποιους είμασταν … σχεδόν … ενοχλητικοί.

Ακολουθούν μερικά αποσπάσματα από ένα άρθρο του μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου Ζηζιούλα, στο περιοδικό της Ιεράς Μητροπόλεως Περιστερίου «Διάβαση» και στο 54ο τεύχος του (των μηνών Μαρτίου – Απριλίου 2005), με θέμα «Ο επίσκοπος ως προεστώς της Θείας Ευχαριστίας».

«1. Η επισκοπική προεδρεία της Θείας Ευχαριστίας είναι το κύριο και κατ’ εξοχήν έργο του Επισκόπου. Από την ιδιότητα του αυτή «πηγάζει όλη η εξουσία του Επισκόπου, όχι μόνον η αγιαστική αλλά και η λεγόμενη διοικητική». Έτσι ο Επίσκοπος «έχει ως κύριον έργον του πρωταρχικόν να ηγείται της Θείας Ευχαριστίας, όλα τα άλλα έργα του είναι δευτερεύοντα» (σ. 5).

2. Ο Επίσκοπος, συνεπώς, «όταν διοικεί, δεν ασκεί διοίκησιν, αλλά προεκτείνει σε όλους τους τομείς της ζωής της Εκκλησίας τη χάρη και την ευλογία της Θείας Ευχαριστίας, της οποίας προΐσταται». «Όλα στην Εκκλησία γίνονται με την ευλογία του Επισκόπου», εφ’ όσον ο Επίσκοπος «είναι προεστώς της Θείας Ευχαριστίας» (σ. 6).

3. Ο Επίσκοπος εικονίζει, ως προεστώς της Εκκλησίας, «τον Βασιλέα Χριστόν όπως θα έλθει στη Βασιλεία του», με λαμπρότητα και ακτινοβολία!

4. Η Θεία Λειτουργία είναι εντελώς αδιανόητος χωρίς την έννοια του εικονισμού. Αλλά όταν λέμε ότι ο Επίσκοπος στη Θεία Ευχαριστία είναι εικών του Χριστού, «δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε αυτό, διότι χάσαμε πλέον τη γλώσσα της εικόνος της εκκλησιαστικής ζωής» (σ. 7).

5. Πάντως, εφ’ όσον «ο Επίσκοπος είναι εικών του Χριστού, δεν μπορούμε να παρακάμψουμε την εικόνα του και να πάμε απευθείας στο πρωτότυπο … Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να προσευχόμαστε στον Χριστό (σημείωση: απ’ ευθείας), αλλά πρέπει να παρεμβάλλεται η εικόνα του Επισκόπου» (σ. 7). «Υπάρχουν βέβαια ακόμη πολλοί που βλέπουν στο πρόσωπο του Επισκόπου τον ίδιο τον Χριστό, αλλά ο αριθμός τους μειώνεται διαρκώς και χάνεται η εικονολογική αντίληψη των δρωμένων της Θείας Ευχαριστίας» (σ. 8).

6. «Εάν η επικοινωνία μας με τον Θεό παρακάμπτει τον άνθρωπο (Επίσκοπο), τότε η επικοινωνία αυτή πραγματοποιείται μέσω της φαντασίας» (σ. 9).

7. «Το μνημόσυνο του Επισκόπου κατά τη Θεία Λειτουργία αποτελεί το πλέον καίριο στοιχείο, που αναδεικνύει τη Θεία Ευχαριστία επισκοποκεντρικό γεγονός στην ζωή της Εκκλησίας» (σ. 10).

8. «Το γεγονός ότι ο ιερεύς, όταν πρόκειται να τελέσει τη Θεία Ευχαριστία, λαμβάνει καιρόν … και από τον θρόνο του Επισκόπου, έστω και αν είναι κενός, δείχνει ότι και όταν ακόμη δεν λειτουργεί ο Επίσκοπος, αυτός είναι το κέντρο της Θείας Ευχαριστίας» (σ. 10).»

ΚΑΙ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ Ο ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΟ ΔΙΑΤΑΖΕΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ. Ο ΕΠΙΛΟΧΙΑΣ.

Για την προπτωτική ύπαρξη του γνωμικού θελήματος - "οι εναντιογνωμίτες"-π. Ν. Λουδοβίκος 2

 Συνέχεια από:Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Για την προπτωτική ύπαρξη του γνωμικού θελήματος - "οι εναντιογνωμίτες"-π. Ν. Λουδοβίκος 2


Μόνο για μέλη

Περί υγειούς γνωμικού Θελήματος. 20/9/2026

Τα έχω εξηγήσει στο άλλο βιβλίο μου, αυτό εδώ. Είναι το ζήτημα του γιατί ο Χριστός δεν έχει γνωμικό θέλημα. Αυτή είναι άλλη ιστορία.
Δεν σχετίζεται καθόλου με όλα αυτά. Το λέει ρητά ο Άγιος Μάξιμος. Δεν τον διαβάζουν.
Ή δεν τον καταλαβαίνουν.
Και τα δύο.
Και τα δύο, νομίζω.
Να το βιβλίο. Αυτό κυκλοφορεί. Τα άλλα έχουν εξαντληθεί, δυστυχώς.
Μπορείς να το βρεις μόνο στην αγγλική του έκδοση. Φταίω κι εγώ γι’ αυτό, επειδή δεν φρόντισα να επανεκδοθεί στα ελληνικά εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Τι να κάνουμε;
Ο Χριστός έχει υποστατικό ή προσωπικό θέλημα; Εάν το πούμε αυτό, όπως το έλεγαν οι αιρετικοί, τότε ο Υιός θα είναι ετερόβουλος προς τον Πατέρα.
Αν πούμε ότι ο Χριστός έχει υποστατικό ή γνωμικό θέλημα, είναι σαν να λέμε ότι άλλο θέλημα έχει ο Πατήρ και άλλο ο Υιός.
Μόνο στην υπόσταση ανήκει το υποστατικό. Προσέξτε: μόνο στη συγκεκριμένη υπόσταση. Αν πούμε, λοιπόν, ότι ο Λόγος, ο Χριστός, έχει γνωμικό θέλημα, αναγκαστικά μιλούμε για ένα θέλημα το οποίο ανήκει μόνο στην υπόστασή Του.

Γιατί είναι γνωμικό. Είναι προσωπικό. Είναι το δικό Του θέλημα.

Θα τους ρωτούσα πολύ ευχαρίστως —ειρωνεύεται εδώ— το εξής:
«Ὁ τῶν ὅλων Θεὸς καὶ Πατὴρ καθὸ Πατὴρ θέλει ἢ καθὸ Θεός; Ἀλλ’ εἰ μὲν καθὸ Πατήρ, ἄλλο αὐτοῦ ἔσται παρὰ τὸ τοῦ Υἱοῦ θέλημα· οὐ γὰρ Πατὴρ ὁ Υἱός. Εἰ δὲ καθὸ Θεός, Θεὸς δὲ καὶ ὁ Υἱός, Θεὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Αγιον, τῆς φύσεως ἄρα τὸ θέλημα, ἤγουν φυσικόν».

Να το διαβάσω τώρα σε μετάφραση:

Αν το θέλημα του Χριστού είναι γνωμικό, τότε ο Υιός θα έχει διαφορετικό θέλημα από τον Πατέρα Του.
Γιατί; Επειδή αυτό που ονομάζεται υποστατικό ή γνωμικό θέλημα χαρακτηρίζει μόνο μία συγκεκριμένη υπόσταση ή ένα συγκεκριμένο πρόσωπο.[ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΟ ΤΟ ΓΝΩΜΙΚΟ ΘΕΛΗΜΑ; ΟΠΩΣ ΤΟ ΟΡΙΣΕ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ; ΜΙΑ ΟΥΣΙΑ ΜΥΡΙΥΠΟΣΤΑΤΗ;
Ποιος δε δεν γνωρίζει ότι το αίτιον επί της θεότητος είναι υποστατικό; Επομένως, εάν μόνος ο Πατήρ είναι αίτιος και μόνος αρχή και πηγή θεότητος, τότε καμία άλλη από τις θείες υποστάσεις δεν είναι αιτία και αρχή και πηγή θεότητος.Επί του Θεού είναι το αυτό να λέγουμε αγέννητον και αναίτιον˙  για αυτό, και αν άνοιξης όλα τα θεολογικά βιβλία, δεν θα βρεις πουθενά να λέγεται αγέννητο το Άγιον Πνεύμα, και μάλιστα μολονότι δεν είναι γεννητό. Ο δε θεοφόρος Δαμασκηνός, λέγοντας στο όγδοο κεφάλαιο των Δογματικών ότι, «όλα όσα έχει ό Πατήρ είναι και του Πνεύματος, πλην της αγεννησίας», δείχνει ότι επί του Θεού όχι μόνον το αγέννητον είναι το ίδιο με το αναίτιον, αλλά και το αναίτιον είναι το ίδιο με το αίτιον. Διότι επί του Θεού το αίτιον συμβαδίζει με το αναίτιον, εννοώ δε αίτιον της θεότητος του Υιού και του Πνεύματος. Θέλοντας λοιπόν να πει ότι το Πνεύμα έχει όλα τα του Πατρός πλην της καταστάσεως του αναίτιου και του αιτίου, κατά το γένναν δηλαδή και εκπορεύειν, είπε πλην της αγεννησίας μόνης, με την ιδέα ότι αυτή περικλείει όλα όσα είναι ίδια του Πατρός.ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΤΙ ΡΟΛΟ ΠΑΙΖΕΙ ΤΟ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΟ ΓΝΩΜΙΚΟ ΘΕΛΗΜΑ;
6. Περί Γνώμης
Ούτε βέβαια η προαίρεση είναι κάποια γνώμη, κι ας το πιστεύουν αυτό έτσι επιπόλαια οι πολλοί, αλλά αναφέρεται στη γνώμη, αν βέβαια δέχονται ότι η γνώμη είναι όρεξη ενδιάθετη για όσα εξαρτώνται από εμάς, από την οποία προέρχεται η προαίρεση, ή είναι διάθεση για όσα εξαρτημένα από εμάς σκεφτήκαμε, επειδή τα ορεγόμαστε. Γιατί όταν η όρεξη δεχθεί όσα έκρινε η σκέψη, γίνεται γνώμη, κι έπειτα από αυτήν, ή για να το πούμε πιο κυριολεκτικά, από την οποία προέρχεται η προαίρεση.
Επομένως η γνώμη ως προς την προαίρεση έχει το λόγο τής έξης ως προς την ενέργεια.

8. Περί Δόξης (Γνώμης)
Ούτε όμως η προαίρεση είναι κάποια γνώμη. Γιατί η γνώμη είναι διπλή, λογική και άλογη, ενώ η προαίρεση μεταβάλλεται.
Η άλογη λοιπόν γνώμη λένε πως είναι απλή κι επιπόλαιη γνώση, όπως όταν κάποιος λέγει τη γνώμη ενός άλλου αγνοώντας την αίτια της, όπως για παράδειγμα όταν λέγει την ψυχή αθάνατη χωρίς να δίνει την αίτια που αποδεικνύει την αθανασία της. Ενώ η λογική γνώμη λένε πως είναι γνώση έπειτα από ολοκληρωμένη διανοητική διαδικασία, όπως όταν κάποιος εξετάσει κάτι λογικά και διατυπώσει την αιτία του. Γιατί η διάνοια είναι εκείνη που διέρχεται μέσα από όλα και ενεργεί με διαστήματα, αρχίζοντας από μια πρόταση και καταλήγοντας σ’ ένα συμπέρασμα.Έγινε φανερό, νομίζω, με πολλούς τρόπους, ότι η προαίρεση δεν είναι γνώμη. Γιατί, αν η γνώμη είναι γνώση που ολοκληρώνεται με διανοητική διαδικασία, ενώ η προαίρεση είναι όρεξη που διασκέπτεται για όσα πραττόμενα είναι στην εξουσία μας, τότε η προαίρεση δεν είναι το ίδιο με τη γνώμη.]

«Θα ήθελα επίσης να ρωτήσω ευχαρίστως τους μονοθελήτες αν ο Θεός των όλων και Πατήρ έχει θέλημα ως Πατήρ ή ως Θεός. Διότι, αν έχει θέλημα ως Πατήρ, τότε το θέλημά Του θα πρέπει να είναι διαφορετικό από το θέλημα του Υιού, επειδή ο Υιός δεν είναι Πατήρ. Αν, πάλι, θέλει ως Θεός, τότε και ο Υιός είναι Θεός, όπως επίσης και το Άγιο Πνεύμα. Επομένως, θα πρέπει να παραδεχθούν ότι το θέλημα ανήκει στη μία θεία φύση».
Ο Θεός θέλει τρισυποστάτως, για να το πω απλά. Θέλει ο Πατήρ, θέλει ο Υιός και θέλει το Άγιο Πνεύμα. Το φυσικό θέλημα είναι ένα και πραγματοποιείται τρισυποστάτως.
Γι’ αυτό δεν έχει γνωμικό θέλημα ο Χριστός.

Συγχωρέστε με: τριάντα πέντε χρόνια διδάσκω Δογματική. Ας το σεβαστούν αυτό ορισμένοι. Ας το σεβαστούν λίγο, για να μάθουν.[ΔΕΝ ΦΤΑΝΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΕΥΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ]

Γιατί χάνουμε χρόνο με αυτά τα πράγματα. Χάνουμε χρόνο και προκύπτουν πολύ, πολύ κακά συμπεράσματα.
Το συμπέρασμα που προκύπτει —και το λέει κάποιος από αυτούς στα σχόλια— είναι ότι το θέλημα πρέπει να κοπεί.
Δεν ξέρω αν αυτός που το είπε έχει κόψει το θέλημά του. Είναι ένα καλό ερώτημα. Δεν πιστεύω, πάντως, ότι το έχει κατορθώσει.
Εάν, όμως, το κάνει, παρεξηγώντας τον λόγο της υπακοής, θα υποστεί μεγάλη ζημιά.
Όταν χρησιμοποιούμε τη λέξη «υπακοή», εννοούμε μια πράξη απόλυτης, δικής μας, ελεύθερης και θελητικής εκχωρήσεως του αυτεξουσίου. Είναι πάλι μια φράση του Αγίου Μαξίμου[ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΕΝ ΕΚΧΩΡΕΙΤΑΙ ΤΙΠΟΤΕ].

Τι κάνουμε, λέει, με το θέλημά μας; Το εκχωρούμε. Εκχωρούμε το αυτεξούσιό μας στο θέλημα του Θεού. Πρέπει να έχεις θέλημα, για να μπορέσεις να το εκχωρήσεις.[ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ]

Δεν σας κάνω θεληματικά υπακοή; Σας κάνω υπακοή επειδή έχω θέλημα, όχι επειδή δεν θέλω να έχω θέλημα. Επειδή θέλω να διαθέσω το θέλημά μου, όπως λέει σε άλλο σημείο ο Άγιος Μάξιμος.
Δεν έχω συγκεντρωμένα εδώ όλα τα χωρία. Παρακαλώ πολύ τους ακροατές και τους θεατές που ενδιαφέρονται να ψάξουν και να τα βρουν.
Δεν μπορώ να τα εμφυτεύσω στα κεφάλια των ανθρώπων. Χωρίς το αυτεξούσιο, λοιπόν, δεν γίνεται. Και αυτεξούσιο σημαίνει ότι έχω θέλημα.[ΤΟ ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΚΑΘ'ΟΜΟΙΩΣΙΝ. ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΙΔΙΑ Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ]

Όπως λέει ο Άγιος Μάξιμος, από φίλαυτο το θέλημα γίνεται φιλάδελφο και έτσι γίνεται φιλόθεο.
Η παιδαγωγία του θελήματος είναι το περίφημο «κόψιμο». Δεν είναι κατάργηση του θελήματος. Αν καταργηθεί το θέλημα, πώς θα μετανοήσω;
Δεν κατάλαβα. Αν δεν έχω γνωμικό θέλημα, πώς θα μετανοήσω; Πώς θα πω εγώ: «Θεέ μου, συγχώρεσέ με»;[ Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΧΑΡΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΚΛΗΤΟΣ ΕΚΛΕΚΤΟΣ]

Το τραγικό είναι ότι όλα αυτά εμφανίστηκαν ως υπέρτατη ορθόδοξη διδασκαλία, προς μεγάλη χαρά ορισμένων διαστραμμένων γεροντάδων —να το πω έτσι— οι οποίοι χαίρονται πάρα πολύ. Έχουν οι ίδιοι τεράστια ψυχολογικά και πνευματικά προβλήματα και θέλουν να τα εφαρμόσουν στους άλλους.
Τελειώνοντας —δεν ξέρω πόση ώρα μιλούμε…
Μάλιστα. Έχουμε περιορισμένο χρόνο.
Ναι.
Θέλω να κάνω μια σύσταση σε νεοτέρους και γεροντοτέρους.
Οι νεότεροι είναι προπετείς. Εκτίθενται, τα καημένα τα παιδιά, και αργότερα, όταν προχωρήσουν περισσότερο, θα ντρέπονται γι’ αυτά που λένε τώρα.
Αντί να βιάζονται να εμφανιστούν και να σώσουν την Εκκλησία, ας κοιτάξουν να περισώσουν τη δική τους θεολογική αξιοπρέπεια και ας ασχοληθούν σοβαρά με τα ζητήματα αυτά. Ας παίρνουν επίσης στα σοβαρά τον μόχθο των άλλων, οι οποίοι έχουν εργαστεί επί δεκαετίες.[ΑΣ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ]

Να μην πετάγονται συνεχώς και να λένε ανοησίες. Ένας συγκεκριμένος από αυτούς είπε και άλλες ανοησίες, πράγματα που εγώ δεν έχω πει ποτέ.
Για παράδειγμα, είπε ότι εγώ υποστηρίζω πως η φύση δεν υπάρχει και ότι είναι διαλογική.
Δεν το είπα ποτέ αυτό. Μάλιστα, έχω γράψει ακριβώς το αντίθετο σε ένα βιβλίο που ονομάζεται Θεοποιία: ότι η φύση είναι δεδομένη. Ο διάλογος αρχίζει ως προς τον τρόπο της υπάρξεώς της.[ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΗΛΟΣ Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΥΣ]

Δεν είναι αυτό φυσιολογικό; Όταν εγώ μπορώ να μετανοήσω ή να μη μετανοήσω, όταν μπορώ να πορευθώ κατά φύσιν ή παρά φύσιν, δεν είναι αυτό ένας διάλογος;
Πρόκειται για έναν διάλογο ο οποίος τελικά επιδρά στον τρόπο με τον οποίο θα εξελιχθεί αυτή η φύση: είτε θα φτάσει στην κατά φύσιν πληρότητά της είτε θα καταλήξει στο παρά φύσιν. Τελείωσε. [ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΑΚΑΙΝΙΖΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΤΙ ΔΙΑΛΟΓΟ! ΣΤΟ ΠΣΕ ΘΕΩΝΕΣΑΙ;]
Αυτό εννοώ εγώ όταν μιλώ για τη διαλογικότητα της φύσεως. Το έχω, όμως, εξηγήσει. Το έχω εξηγήσει και στο βιβλίο μου Ο τεχνοπίθηκος και η αλήθεια.
Εκεί έχω εξηγήσει, με την ίδια λογική, τι είναι η φύση.
Ή, λοιπόν, δεν ξέρουν να διαβάζουν ή δεν έχουν καθαρό μυαλό. Δεν μπορώ να καταλάβω.
Από εκεί και πέρα δεν μπορώ να απαντώ σε ζητήματα που δεν με αφορούν. Να μην αναφερθώ και στο άλλο ζήτημα, με τον Bulgakov, το οποίο έχουν επίσης παρεξηγήσει τόσο πολύ.

Θέλω απλώς να πω αυτό που λέει ο Άγιος Μάξιμος.

Και πάλι, στο τελευταίο μου βιβλίο, Αναλογικές ταυτότητες, το οποίο μεταφράστηκε από τα αγγλικά —αυτό το «τουβλάκι»—, όποιος κάνει τον κόπο να διαβάσει το πρώτο κεφάλαιο θα καταλάβει ακριβώς πώς εννοώ αυτή την κίνηση της ουσίας, την οποία επίσης αντλώ από τον Άγιο Μάξιμο και τους Καππαδόκες.
Εντάξει; Σας λέω ότι όλα αυτά αποτελούν χάσιμο χρόνου.
Εγώ αγαπώ πολύ την κριτική και τον διάλογο. Πάρα πολύ. Το γνωρίζουν όλοι οι φοιτητές μου.[ΓΙΑΤΙ ΥΠΕΡΕΧΩ ΠΑΝΤΑ]
Γνωρίζουν ότι σε όλα τα μαθήματά μου το λέω σε όλους: είμαι πάντοτε ανοιχτός να με διακόψει κάποιος, να ρωτήσει, να διαφωνήσει, να πει την άποψή του, να ασκήσει κριτική. Αυτό, όμως, προϋποθέτει μια στοιχειώδη κατανόηση.
Εδώ και μήνες ακούω από ορισμένους ανθρώπους πράγματα που δεν έχω πει και τα οποία δεν έχω καν σκεφτεί.
Αποσπούν διάφορα χωρία από εδώ και από εκεί. Χαζά πράγματα, χαζά, χαζά —συγχωρέστε με—, δεν μπορώ να το εξηγήσω διαφορετικά. Μου δημιουργείται η εντύπωση ότι ορισμένοι θέλουν να αντιμετωπίσουν κάποιου άλλου είδους πρόβλημα. Χτυπούμε κάποιον που τον θεωρούμε σημαντικό, ας πούμε, για να φανεί ότι εμείς είμαστε κάτι. Αυτά τα πράγματα δεν έχουν νόημα.
Και όσοι τα κάνουν θα τα εισπράξουν στο τέλος. Συνιστώ, λοιπόν, ειδικά στους νεοτέρους, όπως είπα, να μην αναλαμβάνουν τόσο εύκολα αυτόν τον ρόλο.
Εάν μπορούν να καταλάβουν αυτά που λέμε, ας ασχοληθούν με το διάβασμα, όχι με σκοπό να γκρεμίσουν κάποιον. Εγώ, όταν άρχισα να ασκώ κριτική, είχα ήδη γίνει καθηγητής και τα μαλλιά μου είχαν αρχίσει να ασπρίζουν.
Το έκανα επειδή είχα φοιτητές οι οποίοι με ρωτούσαν. Και το έκανα χωρίς ποτέ να καταργώ τον άλλον. Η κριτική έχει ένα ήθος.

Παίρνεις, ας πούμε, τον Γιανναρά, τον κάνεις βίδες, τον διαλύεις, τον καταστρέφεις, τον θάβεις σαράντα μέτρα κάτω από τη γη. Ναι, αλλά εσύ ποιος είσαι που το κάνεις αυτό; Ποιος είσαι; Ποιο είναι το έργο σου; Ποια είναι η παρουσία σου; Τι έχεις να πεις;[ΟΤΙ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΑΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΗΤΑΝ ΜΕΣΣΙΑΝΙΚΟΣ]
Είναι αστεία πράγματα αυτά. Δεν χρειάζεται να συνεχίσουμε αυτή τη συζήτηση.


Όλοι οι άνθρωποι κάνουν κάποτε λάθη. Το γεγονός ότι κάποιος κάνει λάθη δεν σημαίνει ότι ολόκληρο το έργο του πρέπει να παραδοθεί στην πυρά.
Δεν καταδικάζουμε μαζί ολόκληρο το έργο του. Εγώ ασκώ κριτική, ξέρετε, στον Γιανναρά. Είναι, όμως, διαφορετικό πράγμα αυτό.
Πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτό ισχύει πάντοτε. Και όταν ασκούμε κριτική σε κάποιον, πρέπει προηγουμένως να έχουμε καταλάβει καλά τι εννοεί. Διαφορετικά, εκτιθέμεθα, αρπάζοντας λεξίδια και φρασίδια χωρίς παραπομπές.
Αυτό το πράγμα ονομάζεται κριτική; Ονομάζεται ικανοποίηση προσωπικών ψυχολογικών αναγκών.
Ή μπορεί να σου λέει ο άλλος: «Κοίταξε τι γράφω σε εκείνη τη σελίδα. Δεν γράφω αυτό που λες, αλλά το αντίθετο». Κι εσύ να επιμένεις: «Όχι, αυτό το στρεβλό πράγμα λες, το οποίο υποστηρίζω εγώ ότι λες».
Από εκεί και πέρα αρχίζουν τα ψυχολογικά ζητήματα, στα οποία, παρόλο που έχω μια μικρή αρμοδιότητα, δεν θέλω να επεκταθώ περισσότερο. Είναι σοβαρό θέμα.

Το ζήτημα του γνωμικού θελήματος, για να κλείσω όλη αυτή την παρένθεση, πρέπει να κατανοηθεί σωστά, ώστε να μπορέσουμε να καταλάβουμε και το περιεχόμενο της πνευματικής ζωής.[ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΣΙΑ. ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΟΧΙ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΣΩΤΗΡΙΑΣ. ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ]

Πνευματική ζωή, το επαναλαμβάνω, είναι η μεταστροφή του γνωμικού μας θελήματος προς την πληρότητα στην οποία μας καλεί το φυσικό θέλημα. Το ζήτημα είναι πώς, μέσω του γνωμικού θελήματος, το φυσικό χαρακτηριστικό θα φτάσει στην κατά Θεόν ωριμότητά του, για να το πω έτσι. [ΟΛΟΣ Ο ΚΑΝΤ. ΩΡΙΜΑΣΕ ΣΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ]

Υπάρχει το φυσικό «λαλεῖν». Μιλάς συνεχώς. Το «πῶς λαλεῖν» ανήκει στο γνωμικό θέλημα. Από την αρχή, όταν μιλούσε η Εύα, είχε γνωμικό θέλημα και μιλούσε με έναν συγκεκριμένο τρόπο και όχι με κάποιον άλλον. Το ίδιο συνέβαινε και με τον Αδάμ.
Αυτό, λοιπόν, το γνωμικό θέλημα υπάρχει πάντοτε συνδεδεμένο με το φυσικό, όπως ο λόγος είναι πάντοτε συνδεδεμένος με έναν τρόπο υπάρξεως.
Αν κινηθεί κατά Θεόν και αν μετανοεί, θα οδηγήσει το φυσικό θέλημα —το οποίο είναι, βέβαια, δώρο του Θεού— μέχρι τη θέωση.

Υπάρχουν και άλλα ζητήματα τα οποία αφορούν τη Χριστολογία του θελήματος, αλλά ούτε χρόνο έχουμε ούτε θέλω να γενικολογήσω. Και όσα λέω αυτή τη στιγμή τα λέω μόνο για έναν λόγο: επειδή υπάρχουν άνθρωποι που πλανώνται στα θέματα αυτά.
Δεν το κάνω για να… Εγώ δεν έχω μέσα μου τέτοια πράγματα. Προσπάθησα εδώ και δεκαετίες να τα ξεκαθαρίσω.

Εάν κάποιος θέλει να μου ασκήσει κριτική, πρέπει να ασκήσει κριτική σε όσα πράγματι γράφω και λέω, όχι σε όσα φαντάζεται ο ίδιος.
Επίσης, πρέπει να κάνει τον κόπο να σκύψει και να μελετήσει τον Μάξιμο, του οποίου η ορολογία δεν είναι καθόλου εύκολη.
Ο Μάξιμος χρειάζεται χρόνια μελέτης, ξανά και ξανά. Ναι, τι να κάνουμε τώρα; Έτσι είναι τα πράγματα και, ευτυχώς, είναι έτσι.
Το ίδιο ισχύει και για τον Παλαμά. Δεν αποτελούν εύκολη λεία αυτοί οι συγγραφείς για όσους επιζητούν τη θεολογική δόξα, χωρίς καν να έχουν βγει ακόμη από το αυγό τους.

Αυτή είναι άλλη ιστορία. Μια ακόμη διαφορετική ιστορία είναι ο διάλογος με τη Δύση. Υπάρχει αυτός ο θηριώδης φονταμενταλισμός, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί.
Όλοι οι Πατέρες βρίσκονταν σε διάλογο με την εποχή τους. Το ζήτημα είναι να γίνεται σωστά ο διάλογος, χωρίς να προδίδουμε το περιεχόμενο της θεολογίας. Έτσι δεν είναι;
Δεν πρέπει να βρισκόμαστε σε κατάσταση ευσεβούς αφασίας ή ευσεβούς παπαγαλίας και να επαναλαμβάνουμε απλώς, σαν ρομπότ, μερικά πράγματα.
Λυπάμαι που το λέω: η θεολογία μας δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση.
Και ειδικά όσοι θέλουν οπωσδήποτε να σώσουν την Εκκλησία και οπωσδήποτε να μας παρουσιάσουν ως αιρετικούς…
Έχω επινοήσει κι εγώ εδώ μια αίρεση. Αν αρχίσουμε να ανταλλάσσουμε αιρέσεις, αυτή ονομάζεται «εναντιογνωμήτες»: η αίρεση των εναντιογνωμητών.
Βέβαια, αυτή τη στιγμή το λέω ως αστείο. Αν, όμως, το πράγμα προχωρήσει ακόμη περισσότερο, στο τέλος θα χρεωθούν αυτή την πολύ σοβαρή παρερμηνεία της ορθόδοξης ανθρωπολογίας, η οποία μιλά για την κατάργηση του γνωμικού θελήματος.

Αυτό ακριβώς λένε: φραγμός, σκότωμα, ξερίζωμα του γνωμικού θελήματος, επειδή δήθεν είναι κακό και μεταπτωτικό. Και αυτό το έχουμε εφεύρει εμείς.
Ακόμη και αν αυτό ήταν αληθινό, πάλι ο Θεός θα έφταιγε, επειδή μας το έδωσε ως δυνατότητα. Αλλά, όπως σας είπα, είναι ψέμα. Είναι τραγικό.
Θα σήμαινε ότι γινόμαστε πρόσωπα όχι επειδή μας δημιούργησε ο Θεός ως πρόσωπα, αλλά επειδή εναντιωνόμαστε σε Αυτόν. Αυτά είναι τραγικά πράγματα.
Δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνομαι. Τα είπα αρκετές φορές. Νομίζω ότι, αν έχετε κάτι να ρωτήσετε, μπορείτε να το κάνετε. Μπορούμε, επίσης, να σταματήσουμε εδώ προς το παρόν, για να μην το κάνουμε πολύ μακρύ.
Ωραία. Σας ευχαριστούμε, πάτερ. Θα συνεχίσουμε, συν Θεώ, όταν δοθεί η ευκαιρία.
Κι εγώ σας ευχαριστώ για αυτή τη συζήτηση.
Αλλά το επαναλαμβάνω: παρακαλώ ιδίως τους νεοτέρους να σκύψουν πάνω στα κείμενα, να μην ανυπομονούν και να περάσουν πρώτα μερικά χρόνια μελετώντας τα, για να τα καταλάβουν.
Και, βέβαια, αργότερα, όταν κάποιος καταθέτει τη δική του συμβολή, πρέπει να την καταθέτει με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο το έκαναν οι Άγιοι.
Οι Άγιοι δεν σπούδαζαν θεολογία για να πυροβολήσουν όλους τους άλλους, να τους εξοντώσουν και να εγκατασταθούν οι ίδιοι ως αρχιστοχαστές και αρχιδάσκαλοι.
Αυτά τα πράγματα είναι ανόητα. Και να γνωρίζετε ότι ούτε ο Θεός τα ευλογεί.
Εγώ δεν ξεκίνησα για να ασκήσω κριτική σε κανέναν. Δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό κάτι τέτοιο.
Κάτι προέκυψε στην αρένα του διαλόγου, καθώς εξελισσόταν αυτό το πράγμα μέσα στα χρόνια. Θα μπορούσε, όμως, και να μην είχε συμβεί. Έτσι δεν είναι;
Είναι φοβερό δώρο η πραγματική εσωτερική ανοιχτότητα προς την αλήθεια. Αυτή μας κάνει δεκτικούς και απέναντι στην προσπάθεια των άλλων και απέναντι στο έργο τους.
Διαφορετικά, όπως σας είπα, το πράγμα μετατρέπεται σε ικανοποίηση προσωπικών ψυχολογικών αναγκών. Αυτό ύστερα από λίγο φαίνεται άσχημο και τελικά οδηγεί και στην απομάκρυνση των άλλων από εμάς.
Υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που νομίζουν ότι η Εκκλησία είναι αυτοί προσωπικά.
Θυμάμαι μια σχετική ιστορία που μας διηγήθηκε ο πατήρ Παΐσιος. Ας τελειώσουμε με αυτή την εύθυμη διήγηση.
Ήταν κάποιος που έμενε εδώ πιο κάτω. Στην αρχή, λέει, διαφώνησε με τον ηγούμενό του. Έπειτα διαφώνησε με τον Πρώτο του Αγίου Όρους. Κατόπιν άρχισε να διαβάζει την Καινή Διαθήκη.
Στην αρχή απέρριψε τον Παύλο, έπειτα απέρριψε τον Πέτρο και στη συνέχεια απέρριψε και τους υπόλοιπους.
Τελικά έλεγε:
«Μόνο ο Ιωάννης».
Ύστερα:
«Μόνο ο Λουκάς».
Μετά:
«Μόνο ο Ματθαίος. Μόνο, μόνο, μόνο ο Ματθαίος».
Στο τέλος, ούτε ο Ματθαίος.
«Μόνο εγώ και ο Μέγας Βασίλειος», έλεγε.
Ούτε ο Μέγας Βασίλειος.
Βέβαια, στο τέλος έφτασε να πει:
«Εγώ είμαι η Εκκλησία. Είμαι ο τελευταίος χριστιανός».
Και μάλιστα έκανε το εξής απίστευτο: πήγε και κοινώνησε για τελευταία φορά στη Μονή Κουτλουμουσίου. Τον πρόλαβα εγώ αυτόν, ναι. Πήρε τη Θεία Κοινωνία μαζί του, στο κελί του, και κάθε τόσο, όταν ήθελε να κοινωνήσει, έπαιρνε από αυτήν.
Έλεγε:
«Μαζί με εμένα τελειώνει η Εκκλησία, διότι εγώ είμαι η Εκκλησία. Επειδή, όμως, ο Χριστός έχει υποσχεθεί ότι η Εκκλησία δεν θα τελειώσει, η Δευτέρα Παρουσία θα πραγματοποιηθεί προτού πεθάνω».
Γυρνούσε, λοιπόν, με κάτι κουρέλια στο Άγιον Όρος και έλεγε:
«Η Δευτέρα Παρουσία θα γίνει όσο ζω εγώ, διότι εγώ, που με βλέπετε, είμαι ο τελευταίος χριστιανός».
Φυσικά, στο τέλος εξέστη. Το παράδειγμα είναι υπερβολικό.
Πρέπει, όμως, να προσέξουμε και κάτι άλλο: το να εγκαθιδρύσουμε τον εαυτό μας στο κέντρο της Εκκλησίας ως δάσκαλο είναι πάρα πολύ επικίνδυνο πνευματικά. Και αυτό συνήθως το εκμεταλλεύεται ένας κακός, πολύ κακός εχθρός, ο οποίος μας επιβουλεύεται.
Η ιδιότητα του δασκάλου, του πνευματικού, του Πατέρα της Εκκλησίας ή του πνευματικού γέροντα αποδίδεται πάντοτε σε έναν άνθρωπο από τους άλλους. Έτσι δεν είναι;
Αν τη διεκδικεί ο ίδιος, λέγοντας ότι όλοι οι άλλοι λένε ανοησίες, ότι είναι ανόητοι ή αιρετικοί, τότε κάποια στιγμή υφίσταται την εγκατάλειψη της Χάριτος. Και αυτό είναι πλέον τρομερό.
Είτε μεγάλος δάσκαλος είτε Πατέρας της Εκκλησίας είτε γέροντας είτε οτιδήποτε άλλο γίνεις, θα σου το αποδώσει κάποτε η παράδοση της Εκκλησίας. Δεν ξεκινάς, όμως, με αυτόν τον σκοπό.
Ξεκινάς για να βρεις την αλήθεια σου, την αλήθεια της Εκκλησίας, την αλήθεια του Θεού και την αλήθεια του ανθρώπου.
Έτσι νομίζω, ταπεινά. Δεν ξέρω. Μπορεί και να έχω πέσει έξω.
Ωραία. Να κλείσουμε εδώ, πάτερ, και να σας ευχαριστήσουμε.
Να είστε καλά. Κι εγώ σας ευχαριστώ για όλη τη συνομιλία.
Σας ευχαριστούμε.
Σας ευχαριστούμε πολύ.

Άγιος Σιλουανός
Μέρος β

VI. Για το θέλημα του Θεού και την ελευθερία α

Πώς μπορείς να γνωρίσεις αν ζεις σύμφωνα με το θέλημα του Θεού;
Ιδού το σημάδι: αν στενοχωριέσαι για κάποιο πράγμα, αυτό σημαίνει ότι δεν έχεις παραδοθεί ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού, ακόμη και αν σου φαίνεται ότι ζεις σύμφωνα με αυτό.
Όποιος ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού δεν ανησυχεί για τίποτε. Και αν χρειάζεται κάποιο πράγμα, παραδίδει στον Θεό και τον εαυτό του και το πράγμα αυτό· και αν δεν λάβει εκείνο που χρειάζεται, παραμένει εξίσου ήρεμος, σαν να το είχε λάβει.
Η ψυχή που παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού δεν φοβάται τίποτε: ούτε την καταιγίδα ούτε τους ληστές, τίποτε. Ό,τι και αν συμβεί, λέει: «Έτσι ευαρεστείται ο Θεός». Αν είναι άρρωστη, σκέφτεται: «Αυτό σημαίνει ότι χρειάζομαι την αρρώστια· διαφορετικά ο Θεός δεν θα μου την έδινε».
Και έτσι διατηρείται η ειρήνη στην ψυχή και στο σώμα.


* * *
Όποιος μεριμνά για τον ίδιο του τον εαυτό δεν μπορεί να παραδοθεί στο θέλημα του Θεού με τέτοιον τρόπο, ώστε η ψυχή του να έχει ειρήνη στον Θεό. Η ταπεινή ψυχή όμως είναι παραδομένη στο θέλημα του Θεού και ζει ενώπιόν Του με φόβο και αγάπη. Με φόβο, μήπως προσβάλει σε κάτι τον Θεό· με αγάπη, επειδή η ψυχή γνώρισε πόσο μας αγαπά ο Κύριος.

Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος Λόγος Δεύτερος (4)

 Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος Λόγος Δεύτερος 

 Συνέχεια από:Tετάρτη 14 Αυγούστου 2024

34. Εάν δε τολμούσε κανείς να πει τον Υιό μη δημιουργό, άραγε εμείς θα τον δικαιώναμε λέγοντες ότι ως προς τον πρώτον αίτιον λέγει ότι δεν είναι δημιουργός ο Υιός; Άπαγε. Αν δε εμείς λέγαμε ευσεβώς ότι "δεν υπήρχε χρόνος κατά τον όποιον δεν υπήρχε ο Υιός", τότε όποιος προσδιορίζων έλεγε ότι τούτο δεν σημαίνει αιωνίως αλλά χρονικώς, με την αντίληψη ότι η φράση περιλαμβάνει τον χρόνο μόνον αλλά όχι και τον αιώνα, δεν θα άκουγε ευθύς από εμάς, ότι αυτό το όποιο λέγεις, άνθρωπέ, είναι σαφής αθέτηση των ομολογουμένων και διαστροφή των ευσεβώς κειμένων; Έτσι πάσης δυσσεβείας είναι αφορμή και αρχή και ρίζα και πηγή το να προσδιορίζουμε τα θεολογημένα από τούς θεοφόρους πατέρες ημών απροσδιορίστως. Και αυτό μόνο είναι σχεδόν εκείνο το όποιο, κατά την παροιμία αναμιγνύει τα άμεικτα, συγκλώθει τα ασύγκλωστα και τα μεταξύ τους πολέμια, την ευσέβεια και την ασέβεια, και τους κατέχοντες το καθένα από τα δύο τους δείχνει απατηλώς να μη έχουν καμιά αντίθεσιν. Τόση πολλή δε κατάχρηση τούτου κάνουν οι Λατίνοι, ώστε και όταν ακούσουν τους θεολογούντες απροσδιορίστως ότι μόνος ο Πατήρ είναι αρχή και ρίζα και πηγή της θεότητος, αυτοί όλα αυτά τα προσδιορίζουν (μάλλον δε δια του προσδιορισμού δολίως αντιδογματίζουν προς αυτούς), μολονότι έπρεπε να συμφωνούν με όλες τις εκφράσεις των θεοσόφων θεολόγων, οι οποίες αλλού μεν λέγουν ότι το Πνεύμα είναι εκ μόνου του Πατρός, γι' αυτό και μόνον αίτιον και πηγήν θεότητος τον Πατέρα, άλλου δε πάλι ότι πρέπει να συνάγωμεν το Πνεύμα εκ του Υιού εις εν και να φρονούμε ευσεβώς ότι τούτο προέρχεται εκ μόνου του Πατρός, αλλά όχι και εκ του Υιού.

35. Οι δε συνάπτοντες τα δύο ή προφασισμένοι το πρώτον αίτιον ανασκευάζουν και το ένα και το άλλο, λέγοντες ότι, όπως ενίοτε μόνος αληθινός Θεός λέγεται ο Πατήρ, και του Υιού όντος αληθινού Θεού και αγαθού, έτσι και μόνον ο Πατήρ λέγεται πηγή και αίτιος θεότητος ως πρώτος˙ και τίποτε δεν εμποδίζει να είναι και ο Υιός αίτιος θεότητος. Δεν αντιλαμβάνονται δε ότι με αυτό καταβιβάζουν σε κτίσμα και τον Υιό, κυρίως δε το άγιο Πνεύμα. Διότι όταν λέγωμεν ότι μόνον ο Πατήρ είναι αληθινός Θεός, δεν αντιδιαστέλλουμε προς άλληλα τα άκτιστα, ούτε απλώς τότε διαχωρίζουμε τον Πατέρα από τα κτίσματα, αλλά την μόνην εις τρεις υποστάσεις υφισταμένη φύσιν. Εάν λοιπόν έτσι λέγομε και εάν μόνος αίτιος θεότητος ο Πατήρ, αφού επ’ αυτού λέγομε ότι είναι μόνος αγαθός, το Άγιο Πνεύμα ως μη αίτιον της θεότητος κατ’ αυτούς (τους Λατίνους) θα συγκαταλέγεται με τα κτιστά.
Και βεβαίως, εφ’ όσον ως πρώτος και ως προκαταρκτικό αίτιον ενίοτε λέγεται μόνος ο Πατήρ, ωσάν να είναι και ο Υιός συναίτιος και συμμέτοχος με τον Πατέρα δι' εκείνα, ενίοτε όχι μόνον ο Πατήρ μόνον λέγεται αληθινός Θεός και μόνος δημιουργός και μόνος αγαθός και τα παρόμοια, αλλ’ ενίοτε θα ελέγετο και ο Υιός μόνος˙ και όχι μόνος ο Υιός αλλά και το Πνεύμα. Επειδή δηλαδή το "μόνος" τούτο αντιδιαστέλλει την άκτιστον φύσιν από τα κτιστά, η δε άκτιστος φύσις είναι τρισυπόστατος και όλη υφίσταται αμερώς σε εκάστη υπόσταση, με όποιαν από τις τρεις εμφύτους υποστάσεις την καλέσεις, όλη την τρισυπόστατη φύσιν λέγεις.

36. Άραγε λοιπόν, θα μπορούσε να πει κανείς ή μάλλον έχει ακουσθεί ποτέ να πει κανείς και τούτο, ότι μόνος ο Υιός είναι αίτιος και πηγή της θεότητος του Πνεύματος, όπως λέγομε ευσεβώς ότι μόνος ο Χριστός είναι ο επί πάντων Θεός; Ή και το ίδιον το Πνεύμα είναι μόνον αίτιον και πηγή θεότητος, το όποιον κατά τούς Λατίνους δεν είναι καθόλου αίτιον θεότητος; Μολονότι και τούτο θα ήταν από τα εύλογα, εάν ο Πατήρ ελέγετο μόνος αίτιος της θεότητος κατά τέτοιον τρόπον, ώστε και ο Υιός να είναι συναίτιος.
Είναι λοιπόν φανερό, μάλλον δε ολοφάνερο ότι το «μόνος», όταν λέγεται επί των υποστατικών σχέσεων δεν διαστέλλει τα κτιστά από τα άκτιστα, αλλά μίαν των ακτίστων υποστάσεων από τις άλλες. Ποιος δε δεν γνωρίζει ότι το αίτιον επί της θεότητος είναι υποστατικό; Επομένως, εάν μόνος ο Πατήρ είναι αίτιος και μόνος αρχή και πηγή θεότητος, τότε καμία άλλη από τις θείες υποστάσεις δεν είναι αιτία και αρχή και πηγή θεότητος. Αλλ’ όμως, εάν το αίτιον επί της θεότητος κατά τους Λατίνους υφίσταται σε δύο πρόσωπα, τίποτε δεν εμποδίζει να λέγουν μόνον τον Πατέρα αίτιον˙ και ενώ το αιτιατό υφίσταται εις δύο πρόσωπα, τίποτε δεν θα εμποδίσει να λέγουν ότι μόνον το άγιο Πνεύμα είναι αιτιατό ή μόνον ο Υιός, πράγμα το όποιο κανείς ποτέ ούτε από τους αιρετικούς δεν ετόλμησε να πει.
Και όμως, εάν επιτρέψουμε να προσδιορισθούν τα θεολογημένα από τους αγίους απροσδιορίστως, και τούτο θα μπορούσε να κατασκευαστεί ευχερώς από τον κάθε βουλόμενο˙ αλλά αυτός, αν δεν μεταμεληθεί, θα υποβληθεί ευθύς αμέσως εις το ανάθεμα. Διότι λέγει ο απόστολος «αν κανείς κηρύττει διαφορετικό από εμάς ευαγγέλιο, ας είναι ανάθεμα». Τί δε λέγεις εσύ, ο οποίος ισχυρίζεσαι ότι το Πνεύμα είναι και εκ του Υιού και γι' αυτό προσδιορίζεις τα απροσδιορίστως θεολογημένα από τους αγίους και με τον προσδιορισμό αντιλέγεις δολίως εις τον θεολογούντα (Δαμασκηνό) να μην λέγεται και εκ του Υιού το Πνεύμα; Άραγε μπορείς να αποδείξεις ότι δεν είσαι σχεδόν όμοιος σε όλα με αυτόν τον ένοχο; «Έχω λέγει να σου αποδείξω ότι πολλοί θεολόγοι αντιτίθενται σε αυτή την θεολογία του Δαμασκηνού και επιτρέπουν να δεχόμεθα ότι το ἐκπορεύειν είναι και του Υιού».

37. Αλίμονο! Υπάρχει εναντιότης μεταξύ των θεολόγων, και μάλιστα επί των αναγκαιοτάτων ζητημάτων, από τα οποία εξαρτάται όλη η πίστη μας; Είναι δυνατόν να είναι θεολογίες οι αντιτιθέμενες αυτές απόψεις ή θεολόγοι οι παρουσιάζοντες αυτές; Κάθε άλλο. Επομένως, κατά σε ή τον Δαμασκηνό ή εκείνους θα διαγράψουμε από τον χορό των ορθοδόξων. Τί λοιπόν; Αφού έτσι έχουν τα ευαγγελικά και αποστολικά λόγια και έτσι διευκρινίζουν τα σχετικά με το Πνεύμα, όπως αποδείξαμε προηγουμένως, δεν πρέπει κατά πάντα τρόπον, να συμβιβάσουμε την φαινόμενη διαφωνία με την φανερωμένη δι' αυτών ευσεβή έννοια; Αν δε δεν μπορούμε να συμβιβάσουμε κάποιο από τα πατερικά λόγια προς εκείνην την έννοια, δεν θα το αφήσουμε με την σκέψη ότι δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε, και θα συνεχίσουμε με τον ίδιο βαθμό να διατηρούμε την ομολογημένη ευσέβεια; Είναι σε όλους φανερό ότι πρέπει με κάθε τρόπο να προσέξουμε τις διακηρυσσόμενες έννοιες υπό των ευαγγελικών και αποστολικών ρημάτων της ευσέβειας.

Ας επιχειρήσουμε όμως να αναδείξουμε ομόδοξες προς αυτές τις έννοιες (της ορθόδοξης ευσεβείας) εκείνες τις πατερικές φωνές που οι Λατίνοι προτείνουν υπέρ των απόψεών τους. Και αν μεν επιτύχουμε να διαλύσουμε επαρκώς την φαινομενική αντίθεση, αυτό θα συμβεί χάρη στον Θεό, ο οποίος  παρέσχε γνώση συνήγορον περί της εις αυτόν αληθείας και σε εμάς που βρισκόμαστε στα έσχατα άκρα της άγνοιας απομακρυσμένοι από την απαθή ζωή. Εάν όμως δεν μπορέσουμε να αποδώσουμε τον λόγον τούτον κατά πάντα, όποιος είναι τέλειος και σοφός κατά τα θεία και πνευματικά εν Χριστώ, αφού αποδεχθεί την προαίρεση μας, έχοντες ένθερμο ζήλο ως μαθητές, ας μας διδάξει αυτός ο ίδιος τον καλύτερον λόγον και αναπληρώνοντας την αδυναμία μας ας κατανικήσει με τελειότερο τρόπο αυτούς που προσπαθούν να συναγάγουν από τις πατερικές φωνές τα αντίθετα προς την ευσέβεια.

38. Πες λοιπόν, ποιοι είναι οι θεολόγοι και ποια τα λεχθέντα από εκείνους. Διότι είναι από τα αδύνατα να μη συμφωνούν μεταξύ των όλοι οι θεοφόροι και με τον Χριστόν τον Θεό των θεοφόρων, ενώ μία είναι σε αυτούς η επίπνοια εκ του ενός Πνεύματος του Χριστού. Εκτός δε τούτου ο Δαμασκηνός είναι έπειτα από όλους σχεδόν εκείνους και εδιδάχθη από όλους εκείνους και μαρτυρεί ο ίδιος την συμφωνία με εκείνους με το να σημειώνει όχι "λέγω" αλλά "λέγομεν" και δι’ εαυτού παριστάνει σε εμάς να μη λέγουν και εκείνοι πουθενά εκ του Υιού το Πνεύμα καθ’ ύπαρξιν. Σεις δε μου φαίνεται ότι, μη φθάνοντες στο ύψος της μεγαλονοίας των, σκέπτεσθε περί αυτών τοιαύτα. Βεβαίως και πρώτον αίτιον λέγεται ο Πατήρ από όλους, αλλ’ άκουσες πως λέγεται˙ και ο μέγας Αθανάσιος είπε ότι το άγιο Πνεύμα εκλάμπει παρά του Λόγου, αλλ’ άκουσες πως είπε˙ και εικόνα του μεν Πατρός τον Υιόν, του δε Υιού το Πνεύμα, λέγομεν, αλλ’ ακουσες πως λέγομεν˙ και πολλά άλλα καθαρώς εξέφρασαν, φαινομενικά υπέρ των απόψεών σας, αλλά συμφωνούντα σαφώς με εμάς και όχι με σάς. Θα δώσει δε το Πνεύμα λόγον και στα εξής δι' ανοίξεως του στόματός μας.

Αλλά ποιός είναι αυτός που λέει πως υπάρχει και στον Υιό το εκπορεύειν; Ο ίδιος ο Γρηγόριος, λέγουν, ο όποιος έχει επωνυμία το θεολογείν˙ διότι λέγει, «πάντα τα του Πατρός έχει ο Υιός, πλην της αγεννησίας». Επειδή λοιπόν έχει όλα τα του Πατρός πλην μόνης της αγεννησίας, πώς δεν θα έχει και το εκπορεύειν;
Όντως δεν είναι αυτοί (οι Λατίνοι) του Πνεύματος το όποιο ομιλεί σε αυτόν- τον Γρηγόριο˙ διότι αν ήταν, δεν θα απέδιδαν τέτοια ψεύδη στον άγιο, ο όποιος λέγει «και όσα ταπεινότερα λέγονται περί του Αγίου Πνεύματος παρά του Υιού λέγονται αναγόμενα κι αυτά στην πρώτη αιτία, για να δειχθεί από ποιον προέρχονται (το ἐξ οὗ)». Ποίος είναι λοιπόν η πρώτη αιτία; Δεν είναι μόνος ο Πατήρ; «Γιατί τα έχει όλα ο Υιός τα του Πατρός», λέει, «χωρίς την αιτία, το να είναι αίτιος δηλ. κι Αυτός (ο Υιός) της θεότητος». Γιατί κηρύττει πάντοτε ένα αίτιο και μιαν αρχή στον Θεό, τον αγέννητο Πατέρα, και Αυτόν γνωρίζει ως τον μοναδικό θεϊκό.

ΕΔΩ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΔΥΣΚΟΛΙΑ.
ἡμῖν εἷς Θεός, ὅτι πρός ἕν αἴτιον τά ἐξ αὐτοῦ τήν ἀναφοράν ἔχει», οὐ τό ἐξ αὐτῶν λέγων ἐκ Θεοῦ τόν Υἱόν, καί Θεόν ἐκ Θεοῦ τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Διά μέσου δέ Θεοῦ ἐκ τοῦ Θεοῦ, οὐ Θεόν ὑφιστάμενον δοξάζει, ἄπαγε τῆς βλασφημίας, ἀλλά τά κτιστά˙
ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ.

α) Και για αυτό λέγει, «για εμάς εις Θεός, διότι τα εξ αυτού έχουν την αναφορά προς εν αίτιον», δεν λέγει το εξ αυτών εκ Θεού τον Υιόν, και Θεόν εκ Θεού το Πνεύμα το Άγιον. Διά μέσου δε Θεού εκ του Θεού δεν δέχεται Θεόν υφιστάμενον -απαγε της βλασφημίας- αλλά τα κτιστά. Καθ’ όμοιον τρόπον τοποθετεί ως πρώτον αίτιον τον Πατέρα λέγων στον δεύτερον Ειρηνικό λόγο του ότι «όσον πολυτιμότερος των κτισμάτων είναι ο Θεός, τόσον μεγαλοπρεπέστερο είναι εις την πρώτη αιτία να είναι αρχή θεότητος παρά κτισμάτων και διά μέσης θεότητος να έρχεται εις τα κτίσματα».

β) Γι' αυτό και λέει, «ένας Θεός υπάρχει σε μας, γιατί σε ένα αίτιο αναφέρονται αυτά που προέρχονται απ' Αυτόν (τα εξ αυτού)», και δεν λέει μέ τό εξ αυτών ότι είναι απ' τον Θεό ο Υιός, [αλλά από έν αίτιον] ούτε πως είναι Θεός εκ Θεού το Πνεύμα το άγιον. Πιστεύει (δοξάζει) δε, όχι έναν Θεό που υφίσταται δια μέσου ενός Θεού απ' τον Θεό, μακριά από μάς αυτή η βλασφημία, αλλά ότι υφίστανται τα κτιστά μ' αυτόν τον τρόπο˙ γι' αυτό και ονομάζει πρώτον αίτιον (και όχι πρώτον Θεό) τον Πατέρα, λέγοντας και στο δεύτερο απ' τα Ειρηνικά ότι, «όσο είναι τιμιώτερος ο Θεός απ' τα κτίσματα, τόσο είναι και μεγαλοπρεπέστερο να είναι αρχή της θεότητας και όχι των κτισμάτων η πρώτη αιτία, και να φθάνη μέσα απ' τη θεότητα στα κτίσματα».
Μετάφραση Μερετάκης: [Και για αυτό λέγει, «για εμάς εις είναι Θεός, διότι τα εξ αυτού έχουν την αναφορά προς εν αίτιον», δεν λέγει το εξ αυτών ούτε ότι το εν αναφέρεται εις τα δύο, λέγει το Πνεύμα δεύτερον από τον Πατέρα, όπως και τον Υιόν, επίσης δε τον Υιόν Θεόν εκ Θεού και το άγιο Πνεύμα Θεόν εκ Θεού...].

ΣΧΟΛΙΟ:  Περιέργως στήν μετάφραση τού Μερετάκη εμφανίζεται αρίθμηση. Η αρίθμηση διά τής οποίας ο Ζηζιούλας ονόμασε τόν Υιό δεύτερο Θεό καί αρνήθηκε τήν ταυτόχρονη ύπαρξη τών Προσώπων τής Αγίας Τριάδος ταυτίζοντας τήν Υπόσταση τού Πατρός μέ τόν Θεό. Στήν επιμέλεια τής εκδόσεως τού λόγου από τίς εκδόσεις Μερετάκη  βρίσκουμε τόν Χρήστου καί τόν Ζήση. Τόν γνωστό Ζήση ο οποίος δέχεται τήν αναλογία ανάμεσα στήν Ιεραρχία τής Αγίας Τριάδος καί τήν ιεραρχία τού κλήρου, δηλ. δέχεται τήν αρίθμηση στήν Αγία Τριάδα. 
Καί γιατί συμβαίνει αυτός ο Τραγέλαφος πού διαλύει τήν πίστη μας;  Διότι αυτά τά παλληκάρια νομίζουν ότι τό ΕΝ είναι αριθμός. Καί δέν είναι. Είναι ΑΡΧΗ. Ο πρώτος ιδανικός αριθμός είναι τό ΔΥΟ. Στό δόγμα δέν υφίστανται τά μαθηματικά. Αγνοώντας λοιπόν βασικά πράγματα τά παλληκάρια αυτά, όπως δείχνει καί η ιστορία τους, προσπαθούν νά αναρριχηθούν στό ΕΝ. Καί πέφτουν στόν γκρεμό.

39. Συ δε -οποία βλασφημία- ο λατινόφρων λέγεις ότι διά μέσου του Υιού, δηλαδή διά μέσου της θεότητος του Υιού, ήλθε ο Πατήρ εις την εκφορά (προενεγκεῖν) του Αγίου Πνεύματος˙ και η καινοφωνία σου δεν σταματά ούτε σε αυτό το σημείο, αλλά λέγεις ότι το Πνεύμα προέρχεται και εκ του Υιού και ότι το εκπορεύειν είναι κοινό Πατρός και Υιού, για τον λόγο ότι ο θεολόγος αυτός λέγει στο "προς τούς καταπλεύσαντας από την Αίγυπτον" ότι ο Υιός έχει όλα τα του Πατρός χωρίς μόνην την αγεννησίαν. Εδώ βεβαίως πρέπει να δεχθείς το "μόνης", ακόμη και αν δεν συνεκφωνήται, και για αυτό σου το προσθέτω και εγώ φανερώς.

Αλλά πες μου δεν επιπροσθέτει αυτός ο ίδιος θεολόγος γράφων, «όλα δε όσα είναι του Υιού είναι και του Πνεύματος, πλην της υιότητος»; Εάν λοιπόν ήταν και του Υιού το εκπορεύειν, αυτό θα είναι και του Πνεύματος˙ διότι το εκπορεύειν δεν είναι στοιχειό υιότητος˙ διαφορετικά θα ήταν Υιός και ο Πατήρ, επειδή έχει και το εκπορεύειν. Ο ίδιος δε (ο Γρηγόριος) και στον "Περί του Αγίου Πνεύματος" λόγο του λέγει και για το Αγιο Πνέομαι «Τί δεν δύναται να ενεργήσει εκ των μεγάλων και ὧν Θεός; Τί δεν του απονέμεται όντας Θεός, πλην της αγεννησίας και της γεννήσεως;». Επομένως και προβολέα θα ονομάσουμε το Πνεύμα. Και το εκπορεύειν δε κατά σε έχει ομοίως με τον Υιόν, γι' αυτό δε και διπλάσιο από εκείνον˙ διότι θα έχει όχι μόνον το του Πατρός, αλλά και το του Υιού κατά την περί του Υιού δόξαν. Βλέπεις σε πόσα άτοπα περιπίπτει εκείνος ο όποιος ακούει ότι ο Υιός έχει όλα τα του Πατρός και μη εννοών μόνα τα της φύσεως, αλλ’ ενίοτε αναμιγνύοντας και μερικά από τα υποστατικά εις τα φυσικά;

40. Δεν είναι βεβαίως αναγκαίο να προωθήσουμε περισσότερο τον περί τούτου λόγον, αφού έχεις ελεγχθεί εσύ, αλλά χάριν του καλού και για να μην αποδώσει κανείς μομφή εις τον άψογον, θα δείξουμε στην συνέχεια ότι η ρήση του αγίου έχει καλώς, εξ αγνοίας δε των λατινοφρόνων εκλαμβάνεται κακώς. Νομίζω δε ότι ο λόγος δεν θα συντελέσει ολίγον στην αποσαφήνιση του θέματος μας. Πρέπει να δοθεί μεγάλη προσοχή.

Επί του Θεού είναι το αυτό να λέγουμε αγέννητον και αναίτιον˙  για αυτό, και αν άνοιξης όλα τα θεολογικά βιβλία, δεν θα βρεις πουθενά να λέγεται αγέννητο το Άγιον Πνεύμα, και μάλιστα μολονότι δεν είναι γεννητό. Ο δε θεοφόρος Δαμασκηνός, λέγοντας στο όγδοο κεφάλαιο των Δογματικών ότι, «όλα όσα έχει ό Πατήρ είναι και του Πνεύματος, πλην της αγεννησίας», δείχνει ότι επί του Θεού όχι μόνον το αγέννητον είναι το ίδιο με το αναίτιον, αλλά και το αναίτιον είναι το ίδιο με το αίτιον. Διότι επί του Θεού το αίτιον συμβαδίζει με το αναίτιον, εννοώ δε αίτιον της θεότητος του Υιού και του Πνεύματος. Θέλοντας λοιπόν να πει ότι το Πνεύμα έχει όλα τα του Πατρός πλην της καταστάσεως του αναίτιου και του αιτίου, κατά το γένναν δηλαδή και εκπορεύειν, είπε πλην της αγεννησίας μόνης, με την ιδέα ότι αυτή περικλείει όλα όσα είναι ίδια του Πατρός.

Ο Θεός λοιπόν είναι αγέννητος και αναίτιος˙ ο δε αναίτιος Θεός είναι αίτιος της θεότητος. Υπάρχων δε έτσι αίτιος εμφύτου πλούτου, ενώ ο ίδιος δεν στερείται τίποτε, θα ήταν ο ίδιος αυτεπίβουλος, υπάρχοντας αίτιος ενός και μόνου και έτσι θα μετέτρεπε δι' εαυτόν τον πλούτο σε πενία. Εκτός δε τούτου το κατά πάντα τρόπον και πάντως εν είναι ατελές˙ γι' αυτό ήταν και καταληπτό στους ατελείς προς θεογνωσία Ιουδαίους. Αλλά ούτε, υπάρχων επίσης αίτιος της ομοουσίου δυάδος και γεννών το ένα, εκπορεύων δε το άλλο, θα απεκαλύπτετο περισσότερο, ούτως ειπείν, και μάλιστα περιορίζων όλο το άπειρο εις εαυτόν και εις τους προερχομένους εξ αυτού. Επιπλέον δεν υπάρχει καν άλλος τρόπος εμφύτου υπάρξεως˙ διότι και τα υπεράνω τούτων δεν είναι θεότης, αλλά έκπτωσις θεότητος˙ αυτά λοιπόν είναι και η πολυθεΐα των αθέων Ελλήνων.

Συνεχίζεται

Περί θείων ενεργειών - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς (1+2)

 ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΔΙΕΞΟΔΙΚΩΤΕΡΑ

Προς τους νομίζοντες ότι δεικνύονται δύο θεοί εκ του ότι η θεοποιός δωρεά του Πνεύματος, της οποίας υπέρκειται κατ' ουσία ο Θεός, ονο­μάζεται από τους αγίους όχι μόνον αγένητος θέωσις άλλα και θεότης,
ή περί θείων ενεργειών και της κατ’ αυτές μεθέξεω
ς.
Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΞΕΧΑΣΑΝ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ


1. Εάν κάποιος από παραφροσύνη έχει εκτραπεί σε τόσο προχωρημένο σημείο τολμηρότητας, ώστε να αντι­τάσσεται στους λόγους των αγίων πατέρων, αυτός ευρίσκεται οπωσδήποτε μακράν της ασφαλούς θεολογίας των Χριστιανών. Και εάν αυτός δεν θεωρεί σεβαστή και θαυμαστή την διδασκαλία εκείνων, πώς τότε εμείς θα επαινέσουμε, έστω και μετρίως, την δική του; Από που δε θα γίνει αυτός αξιόπιστος, αφού δεν θεωρεί τους αγίους αξιόπιστους; Εάν δε είναι πρόθυμος να ρυθμίσει τους λόγους σύμφωνα με την από τους πατέρες κηρυττομένη αλήθεια ως ορθή και απαρέγκλιτο στάθμη, από αυτή συν Θεώ καθοδηγούμενοι και εμείς και χρησιμοποιούντες εναρμονίως τον αδιάστροφο κανόνα της, και την εναντίον μας εξαπολυθείσα κατηγορία θα διαλύσουμε και όσον εξαρτάται από εμάς αυτούς που ματαίως μας κατηγορούν, παρεκτρεπόμενοι πολύ από την ευθεία οδό, θα τους επαναφέρουμε σε αυτήν.

2. «Η θεολογία λοιπόν άλλα μεν παραδίδει υπό μορφή ενώσεων, άλλα δε υπό μορφή διακρίσεων· και δεν είναι θεμιτό ούτε τα ενωμένα να διαιρούμε ούτε τα διακεκρι­μένα να συγχέουμε». Αυτός δε που τοποθετεί ταύτα εναντίον αλλήλων και επιχειρεί να τα αναίρεσει δι’ αλλήλων, και στους μεν ευσεβώς φρονούντες και λέγοντες ότι ο Θεός είναι ένας αντιθέτει την πολυτροπωτάτη διάκρισιν αυτού, στους δε προβάλλοντες τις διακρίσεις του Θε­ού αντεπιφέρει το ενιαίο και αδιαίρετο του Θεού, έτσι δε νομίζοντας ότι τους ελέγχει ως πολυθέους, αυτός ας γνωρίζει ότι χρησιμοποιεί τους λόγους του πνεύματος εναντίον του πνεύματος, όπως οι Έλληνες την κτίσιν κατά του κτίσαντος, και ότι αυτός είναι μάλλον ο διακρινόμενος δι’ αγνωσίαν κατά τον απόστολον του Θεού, ο οποίος ούτε εσκέφθη ποτέ ότι οι αφαι­ρέσεις δεν εναντιούνται προς τις θέσεις. Διότι ο Θεός είναι και ών και μη ών, πανταχού και πουθενά, πολυώνυ­μος και ακατονόμαστος, αεικίνητος και ακίνητος, και απλώς τα πάντα και τίποτε από τα πάντα· διότι τα φαινό­μενα να αντιτίθενται προς άλληλα και κατά φύσιν απέχοντα πολύ απ' αλλήλων και απαρνούμενα κάθε συνδυα­σμό επί του Θεού συμφιλιώνονται και συνδυάζονται και συναληθεύουν πλήρως μεταξύ τους. Έτσι λοιπόν το θείον είναι και έν και μη έν, αμφότερα ευσεβώς και έκαστον τούτων κατά πολλούς και διαφόρους τρόπους.

3. Πράγματι ο Θεός είναι μη έν και κατά υπεροχήν, καθ' όσον είναι υπεράνω του ενός και ορίζει αυτό τούτο το έν. Είναι δε επίσης μη έν και ως διαιρούμενον, καθ’ ό­σον o ένας Θεός διαιρείται σε τρεις τέλειες υποστάσεις· διότι ο Πατήρ και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι δια­κεκριμένα πρόσωπα της μιας θεότητος, χωρίς έτσι να εισάγεται καμμία αντιστροφή ή κάποια κοινότης[Ή ΚΑΠΟΙΑ ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ]. Είναι δε πάλιν εκτός τούτου και κάτι το διακεκριμένο η κατά τα ανθρώπινα πλήρης και αναλλοίωτος ύπαρξις του Ιη­σού. Αυτός δηλαδή ο ένας Θεός, ο προσκυνούμενος σε τρεις υποστάσεις και μία ουσία αμερώς και αμερίστως, διαιρείται σε διαφόρους ενέργειες. Κατά τον θειο Μάξιμο «ο Θεός λέγεται ότι πληθύνεται διά του καθ' έκα­στον προς παραγωγήν των όντων βουλήματος πολλαπλασιαζόμενος κατά προνοητικές προόδους». Και κατά τον απόστολον, «σε άλλον μεν δίδεται διά του πνεύματος λό­γος σοφίας, σε άλλον δε κατά το ίδιον πνεύμα λόγος γνώσεως, σε άλλον δε πίστις, σε άλλον δέ κατά το ίδιον πνεύμα χαρίσματα ιαμάτων». Επομένως κατά τον μέγαν Διονύσιον, εάν «θεία διάκρισις είναι και η αγαθοπρεπής πρόοδος, δηλαδή ενέργεια, καθώς η θεία ένωσις από αγαθότητα πληθύνει και πολλαπλασιάζει εαυτήν υπερηνωμένως, ενωμένες μεν είναι κατά την θεία διάκρισιν οι άσχετες μεταδόσεις, οι ζωώσεις, οι σοφοποιήσεις», «διακρίνονται δε και κατά την αγαθοπρεπή ταύτη πρόοδον τα ιδιώματα της ανθρωπικής θεουργίας του Ιησού∙ διότι σε αυτά κατά κανένα τρόπον δεν μετέχει ο Πατήρ και το Πνεύμα, εκτός μόνον της ευδοκίας και φιλανθρωπίας και όλων όσα έπραξε ως Θεός». Εάν λοιπόν «εμείς σπεύδουμε και να ενώνουμε και να διακρίνουμε τα θεία με τον λόγο, όπως τα ίδια τα θεία ενώνονται και διακρίνονται», πρέπει να ομολογούμε ότι άλλο είναι ουσία επί του Θεού, άλλο δε υπόστασις δηλαδή πρόσωπον, μολονό­τι είναι ένας Θεός προσκυνούμενος σε μίαν ουσία και τρεις υποστάσεις· και άλλο μεν ουσία, άλλο δε πρόοδος δηλαδή ενέργεια ή θέλημα επί Θεού, μολονότι ένας Θεός είναι, ενεργής και θελητικός. Αλλά όπως ο λέγων αυτόν θελητικόν δηλώνει ότι έχει θέλημα, έτσι και ο αποκαλέσας αυτόν ενεργή υποδηλώνει ότι έχει ενέργειαν. Όποιος δε ισχυρίζεται ότι ο ενεργής είναι άμοιρος ενεργείας, είναι φανερό ότι θεωρεί αυτόν ανενέργητον, αποδίδοντας σε αυτόν το ενεργές ως γυμνόν ήχον λόγου∙ διότι, λέγει, «δεν είναι δυνατόν να ενεργεί χωρίς φυσική ενέργεια, όπως ούτε να υπάρχει χωρίς ουσία και φύσιν».

4. Όπως λοιπόν, ακούοντες τον Υιόν να λέγει «εγώ και ο Πατήρ είμεθα έν», δεν συγχέουμεν τις υποστάσεις, αλλά αναγόμεθα στο ενιαίο της ουσίας και στο ανεκφοίτητο του Υιού από τούς πατρικούς εκείνους κόλπους (διότι ως έν πράγμα αναγνωρίζουμε την προαιώνιο ουσία και την αγίαν και προσκυνητή από όλα τα κτίσματα Τριάδα, και μονάς μεν είναι αδιαίρετος κατά την ουσία ο Θεός, τριάς δε κατά τις υποστάσεις), έτσι και όταν λέγουμε ότι εν είναι η ουσία και η ενέργεια του Θεού, δεν αναιρούμε την θεία πρόοδο, ούτε παραγνωρίζουμεν την (θεία) ενεργητική φύσιν σε ενέργειαν, ούτε αναλύουμε αυτές σε αλλήλες. Αν πράγματι και επί της απλής και ασωμάτου φύσεως η ουσία και ενέργεια επιδέχονται την ιδίαν λογική, αλλά η καθεμία έχει ακινήτους τις καταλλήλους σε αυτή ιδιότητες, μένει η μεν μία ουσία η δε άλλη ενέργεια. Και με τον πατέρα ο υιός επιδέχεται τον ίδιον λόγον, επειδή πάσα γέννησις καθιστά τον γεννώμενον όμοιο με τον γεννώντα, μένει όμως υιός ο υιός, μή μεταποιούμενος σε πατέρα διά την ομοιότητα και την ταυτότητα τού κατά φύσιν λόγου. Όμως δεν πρέπει να δεχθεί κανείς εδώ τον λόγον ως όρον, αλλά απλώς υπό την έννοια των ονομάτων∙ διότι το θείον κατ’ ουσία είναι αόριστον. Επειδή δε ενίοτε η ουσία και η ενέργεια διαφέρουν μεταξύ τους, διά τούτο πάλιν δεν επιδέχονται τον ίδιον λόγον∙ και από αυτό δεν παραβλέπεται η απλότης του Θεού, όπως λέγει πάλι αλλού ο μέγας Βασί­λειος. Και ο σοφός δε στα θεία Κύριλλος λέγει σα­φώς ότι «της μεν θείας ουσίας ίδιον είναι να γεννά, της δε ενεργείας να ποιεί, φύσις δε και ενέργεια δεν είναι το ίδιον».

5. Δεν λέγουμε λοιπόν δια τούτο ταυτόν την θεία ουσία και ενέργεια, επειδή είναι εντελώς εν το υπό εκατέρου σημαινόμενο, αλλά δια το ότι πλην του ότι έχουν τον ίδιον λόγον, όπως ελέχθη, έχουν και το υπερφυώς μόνιμο και αχώριστο της ενεργείας, πράγμα το όποιον βεβαίως είναι ίδιον μόνον του Θεού· διότι μόνον αυτός κατ’ απόρρητο τρόπον είναι παντοτινά ενεργής αναλλοιώτως. (Δεν λέγομε λοιπόν αυτές το ίδιον) όχι διότι η ενέργεια δεν προέρχεται από την ουσία, αλλά διότι ο Θεός, έχοντας τα πάντα συγκεντρωμένα και ενιαία, ενεργεί έκα­στον τούτων αμερίστως, και συνεστραμμένος ων εις εαυτόν πάντοτε και μη εγκαταλείπων ποτέ εαυτόν, δια τής προ­όδου εις έκαστον υποσημαίνεται μόνον αυτός και μάλιστα όλος, ως αμέριστος εις μεριστά.

Εάν δε επιστήμη και voυς είναι το ίδιον -μολονότι (ο νους) υπάρχει προηγουμέ­νως δυνάμει και έπειτα προχωρεί εις τα ενεργεία και ωσάν να έχει επίκτητο το φρονείν βεβαίως και αληθώς- πόσον μάλλον τούτο συμβαίνει επί του Θεού, παρά τω οποίω δεν υπάρχει τίποτε νεώτερο, αφού καθόλου δεν επιγίνεται και απογίνεται σε αυτόν τίποτε.

Ο νους λοι­πόν είναι ταυτόν (το ίδιον) με την επιστήμη. Άλλα επιστήμες μεν είναι πολλές, καθ’ όσον τα επιστητά είναι πολλά, ο δε voυς ο επενεργών σε όλα αυτά είναι εις. Και εκάστης επιστή­μης αίτιος είναι αυτός, αλλ' όχι εκείνες τούτου, και κατ’ επιστήμην μέν ο νους των επιστημόνων είναι μεθεκτός από τους μανθάνοντες κατ' ουσίαν δέ είναι αμέθεκτος και αμετάβατος. Βλέπεις πάλι πώς διαφέρει; Εάν δε η επιστήμη και ο νους είναι έν και όχι έν, πώς επί του Θεού δεν θα είναι ταυτόν και μη ταυτόν η ουσία και ενέργεια, ως προς το όποιον και τα αντιτιθέμενα εγκαταλείπουν την μεταξύ τους πάλη κατά τούς πατέρες;

6. Αλλά το ότι αυτές είναι έν και το αυτό παραδέχονται και οι αντιλέγοντες με εμάς, μάλλον δε ούτε τούτο ορθώς. Διότι αυτοί μέν λέγουν ότι η θεία ουσία και ενέργεια είναι έν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα ονόματα να ισοδυναμούν μεταξύ τους, για να μην είναι πολλοί, λέγουν, θεοί ή σύνθετος ο ένας Θεός, έν πρόσωπον από διαφορετι­κά στοιχεία.

Και όμως τίποτε δεν είναι δυνατό να αποτελέσει ποτέ σύνθεσιν με την ενέργεια του· η ακτίνα επί παραδείγματι δεν είναι σύνθετος διά τον λόγον ότι φω­τίζει. Οι μεν δεχόμενοι λοιπόν δύο ονόματα με μία ση­μασία παραπλανούν τους ακροατές ότι δέχονται και ου­σία και ενέργεια εις τον Θεόν, ενώ αυτοί δεν φρονούν ότι ο Θεός είναι και τα δύο αυτά, αλλά δηλώνουν αποκλειστικώς έν δια περισσοτέρων ονομάτων, ώστε κατά τους διαλογισμούς αυτών ο Θεός να είναι ουσία ανενέργητος ή ενέργεια ανούσιος, όχι κατά υπεροχήν αλλά κατά έλλειψιν. Πράγματι, αν ουσία και ενέργεια είναι εντελώς ίδια, τότε το ένα από τα δύο είναι κενός ήχος ονόματος, το οποίο δεν έχει την σημασία καμιάς ιδιαίτερης έννοιας, ώστε να συμβαίνει αυτοί να χρησιμοποιούν τους περί Θεού όρους κατά τον Σαβέλλιον· διότι, όπως εκείνος δεχόταν τριώνυμο ουσία κακώς συνάγων σε αυτή τις υποστάσεις, έτσι και αυτοί μιλάνε για διώνυμο ουσία συμπεριλαμβάνοντες σε αυτήν τις φυσικές ενέργειες. Μάλιστα χαρακτηρίζουν ως γυμνό περιεχομένου τον όρο ενέργεια, λέγοντες ταύτη επί της θείας φύσεως χωρίς κανένα νόημα. Γι’ αυτό και δέχονται μίαν άκτιστον ενέργεια και δύναμιν επί Θεού, ως ταυτόν και αδιάφορον ούσα -κατ’ αυτούς- προς την ουσία του Θεού, όλες δε τις άλλες καταβιβάζουν στην κτίσιν.

Συνεχίζεται

ΣΧΟΛΙΟ: Η παράγραφος 5 είναι η απάντηση σέ όσους Αγιομάχους  δαιμονικώς κατηγορούν τόν Αγιο  Γέροντα Σωφρόνιο.
« Τὸ θεῖον Ὄν, ἐξ ὁλοκλήρου ’’-πραγματοποιημένο-’’, δηλαδὴ μὴ περιέχοντας μέσα Του δυνατότητα ποὺ δὲν ἔχει ἀναπτυχθεῖ, μπορεῖ νὰ ὀνομασθεῖ «Καθαρὰ Ἐνέργεια». Αὐτὴ φανερώνει πλήρως τὴν Οὐσία καὶ εἶναι συνεπῶς, ὅμοια μὲ Αὐτήν».
 
ΕΔΩ ΛΟΙΠΟΝ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ ΤΟ ΑΚΑΝΘΩΔΕΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ. ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ. ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΕΝΩ Η ΔΙΑΚΡΙΤΗ ΟΥΣΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ. ΟΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ Ο ΝΟΥΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ.
 
Αμέθυστος

Συνεχίζεται

Πλάτων. Αναζητώντας τη μυστική σοφία 6

Συνέχεια από Παρασκευή 18. Σεπτεμβρίου 2026


Πλάτων. Αναζητώντας τη μυστική σοφία 6
Giovanni Reale
2019, Εκδόσεις La nave di Teseo, Μιλάνο

II

Η ποιητικο-μιμητική προφορικότητα ως θεμέλιο του πολιτισμού και της πνευματικής διαμόρφωσης των Ελλήνων και η μετωπική σύγκρουση του Πλάτωνα με αυτήν

Η ποίηση στερείται γνωστικής αξίας και παιδευτικής ικανότητας, επειδή θεμελιώνεται στη μίμηση, μέσα στη σφαίρα της απλής γνώμης

Η Πολιτεία ως προγραμματικό μανιφέστο ενός νέου και επαναστατικού τύπου πνευματικής αγωγής, τον οποίο ο Πλάτων πρότεινε στους Έλληνες

Η παρατήρηση με την οποία ο Havelock αρχίζει την πραγμάτευσή του είναι η ακόλουθη: ο τίτλος Πολιτεία, τον οποίο έδωσε ο Πλάτων στο αριστούργημά του, δεν αντικατοπτρίζει με ακρίβεια το περιεχόμενό του. Συμβαίνει, όμως, ο τίτλος ενός βιβλίου να ασκεί έναν πραγματικό «διανοητικό έλεγχο» πάνω στον αναγνώστη, ο οποίος περιμένει από το βιβλίο ακριβώς ό,τι υπόσχεται ο τίτλος. Όταν, όμως, το περιεχόμενο υπερβαίνει όσα υπόσχεται ο τίτλος, συμβαίνει ο αναγνώστης να επαναπορροφά, αναπλάθοντάς τα, εκείνα τα περιεχόμενα που δεν ανταποκρίνονται στον τίτλο και, κατά συνέπεια, να μην κατανοεί το έργο με τον κατάλληλο τρόπο.

Και αυτό ακριβώς συμβαίνει με την Πολιτεία του Πλάτωνα: εάν δεν υπήρχε ο τίτλος, ο οποίος προκαθορίζει εκ των προτέρων τον αναγνώστη, θα έπρεπε να γίνει αντιληπτό ότι μόνο το ένα τρίτο περίπου του έργου πραγματεύεται ζητήματα πολιτικού χαρακτήρα, ενώ τα δύο τρίτα περίπου πραγματεύονται ζητήματα που αφορούν την «ανθρώπινη κατάσταση», επιστρατεύοντας μια ολόκληρη σειρά θεμάτων τα οποία δεν θα μπορούσαν με κανέναν τρόπο να ενταχθούν σε μια σύγχρονη πραγματεία περί πολιτικής. Η Πολιτεία του Πλάτωνα, πολύ περισσότερο από την πολιτική, αφορά την παιδεία και τα προβλήματα που συνδέονται με αυτήν.

Ο Havelock γράφει:

«Εδώ τίθενται υπό κατηγορία η ελληνική παράδοση και το εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδας. Οι κυριότεροι μάρτυρες που καλούνται προς υποστήριξη αυτού του τύπου λυκόφωτης ηθικής είναι οι ποιητές. Ο Όμηρος και ο Ησίοδος κατονομάζονται και παρατίθενται μαζί με άλλους. Θα φαινόταν, επομένως, ότι η Πολιτεία θέτει ένα πρόβλημα το οποίο δεν είναι φιλοσοφικό με την ειδική σημασία του όρου, αλλά μάλλον κοινωνικό και πολιτισμικό. Θέτει υπό αμφισβήτηση την ελληνική παράδοση ως τέτοια, καθώς και τα θεμέλια πάνω στα οποία αυτή στηρίζεται. Ζωτική σημασία για αυτή την παράδοση έχουν η κατάσταση και η ποιότητα της ελληνικής παιδείας. Στο κέντρο του πλατωνικού προβλήματος βρίσκεται εκείνη η διαδικασία —όποια κι αν είναι— μέσω της οποίας διαμορφώνονται ο νους και οι απόψεις των νέων. Και στο κέντρο αυτής της διαδικασίας βρίσκεται, με τη σειρά της και κατά κάποιον τρόπο, η παρουσία των ποιητών. Αυτοί είναι ουσιώδεις για το πρόβλημα· ακόμη και εδώ, στην αρχή της πραγματείας, παρουσιάζονται ως “ο εχθρός”, και αυτός είναι ο ρόλος που τους αποδίδεται στο δέκατο βιβλίο.

»Μόλις θεωρήσουμε την Πολιτεία ως επίθεση εναντίον του εκπαιδευτικού μηχανισμού που υπήρχε στην Ελλάδα, καθίσταται σαφής η λογική της συνολικής της οργάνωσης. Και μόλις αντιληφθούμε ότι οι ποιητές αποτελούν ουσιώδες μέρος αυτού του εκπαιδευτικού μηχανισμού, οι μεταγενέστερες επικρίσεις της ποίησης αποκτούν το αληθινό τους νόημα. Το μέρος της πλατωνικής επιχειρηματολογίας που πραγματεύεται άμεσα την πολιτική θεωρία καταλαμβάνει μόνο το ένα τρίτο περίπου [...] και, κάθε φορά που εμφανίζεται, προσφέρει διαδοχικές αφορμές για προοδευτικά αναπτυσσόμενες συζητήσεις γύρω από τη θεωρία της παιδείας. Το πολιτικό πλαίσιο μπορεί ίσως να είναι ουτοπικό· οι προτάσεις, όμως, για την παιδεία ασφαλώς δεν είναι».


Η θέση αυτή είναι αναμφίβολα ορθή· την είχε όμως ήδη αναδείξει πολύ καλά ο Jaeger και, για λόγους ιστορικής ορθότητας, αυτό πρέπει να αναγνωριστεί, ακριβώς επειδή ο Havelock το αποσιωπά. Ιδού οι ακριβείς παρατηρήσεις του Jaeger:

«Και πράγματι, η ψυχή του ανθρώπου αποτελεί το αληθινό θέμα και το θεμελιώδες ενδιαφέρον του Πλάτωνα στην Πολιτεία. Όσα λέει, κυριολεκτικά, για το κράτος και τη δομή του —εκείνο που συνήθως αποκαλείται οργανική αντίληψη του κράτους και στο οποίο πολλοί βλέπουν τον πυρήνα της πλατωνικής Πολιτείας— εισάγονται μόνο ως μεγεθυμένη εικόνα της ψυχής και της δομής της. Και μάλιστα, ακόμη και στο ίδιο το πρόβλημα της ψυχής, το πρωταρχικό ενδιαφέρον του Πλάτωνα δεν είναι θεωρητικό αλλά πρακτικό: είναι το ενδιαφέρον του διαμορφωτή των ψυχών».

«Η διαμόρφωση της ψυχής είναι ο μοχλός τον οποίο χρησιμοποιεί ο Σωκράτης του για να ανυψώσει ολόκληρο το οικοδόμημα του κράτους. Η σημασία του κράτους, όπως την αποκάλυψε ο Πλάτων στο κεφαλαιώδες έργο του, δεν διαφέρει από εκείνη που μας είχαν προετοιμάσει να αναμένουμε οι προηγούμενοι διάλογοι, ο Πρωταγόρας και ο Γοργίας. Το κράτος είναι παιδεία, κατά το ουσιώδες και ανώτερο μέρος της φύσης του. [...] Με τη φιλοσοφική του πραγμάτευση, ο Πλάτων διασαφηνίζει με ποιον τρόπο η πολιτειακή κοινότητα αποτελεί μία από τις μόνιμες προϋποθέσεις για την παιδεία του Έλληνα ανθρώπου».

Ο Theodor Gomperz, στο περίφημο έργο του Έλληνες στοχαστές, επηρεασμένος από τη θετικιστική οπτική μέσα από την οποία προσέγγιζε την ανάγνωση της Πολιτείας, παραπονιόταν ακριβώς για το γεγονός ότι σε αυτήν γινόταν υπερβολικά πολύς λόγος για την παιδεία. Και η απάντηση που δίνει ο Jaeger είναι η ακόλουθη: «Αυτό θα ισοδυναμούσε με το να λέγαμε ότι η Βίβλος είναι, βέβαια, ένα μεγαλοφυές βιβλίο, αλλά ότι μέσα σε αυτήν γίνεται υπερβολικά πολύς λόγος για τον Θεό».¹

Αυτή, όμως, η παρανόηση του μηνύματος της Πολιτείας δεν είναι καθόλου σπάνια στη νεότερη εποχή, αρχής γενομένης από τον δέκατο ένατο αιώνα. Πράγματι, ο Jaeger διευκρινίζει:
«Το πρόβλημα εκείνο της ανθρώπινης παιδείας, το οποίο ακόμη στην εποχή του Lessing και του Goethe είχε ύψιστη σημασία, η επιστήμη δεν ήταν πλέον σε θέση να το αντιληφθεί με την αρχαία και πλατωνική του αξία, ως κέντρο της πνευματικής ζωής, από το οποίο η ανθρώπινη ύπαρξη αντλεί το βαθύτερο νόημά της. Πόσο πιο κοντά στην κατανόηση της Πολιτείας είχε βρεθεί, έναν αιώνα νωρίτερα, ο Jean-Jacques Rousseau, όταν είχε πει ότι το έργο αυτό δεν ήταν βιβλίο πολιτικής επιστήμης, όπως νομίζουν όσοι κρίνουν τα βιβλία μόνο από τον τίτλο τους, αλλά η ωραιότερη πραγματεία περί παιδείας που γράφτηκε ποτέ».⁴

Όπως γίνεται φανερό, η θέση του Havelock είχε ήδη διατυπωθεί πολύ καλά. Ενώ, όμως, ο Jaeger συνδεόταν με τον λεγόμενο «τρίτο ουμανισμό», μια θέση που έχει προ πολλού καταστεί παρωχημένη, η πραγμάτευση του Havelock, η οποία διεξάγεται με τις πλέον σύγχρονες μεθόδους της επιστήμης της επικοινωνίας, της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας, λέει πολύ περισσότερα στον σημερινό άνθρωπο, μολονότι παρουσιάζει περιορισμούς ίσους και αντίθετους προς εκείνους που εμφανίζει ο Jaeger.

Επομένως, η Πολιτεία υπήρξε στην εποχή της ένα εντελώς επαναστατικό βιβλίο: πρότεινε μια νέα μορφή παιδείας, τη φιλοσοφική, ως υποκατάστατο της παραδοσιακής παιδείας που θεμελιωνόταν στην ποίηση.

Οι καινοτομίες, όμως, του Havelock συνίστανται ακριβώς στο ότι μας έκανε να κατανοήσουμε:
α) τους ιστορικούς και πολιτισμικούς λόγους για τους οποίους η ποίηση διατηρούσε μέχρι την εποχή του Πλάτωνα ένα σχεδόν απόλυτο μονοπώλιο·
β) τα πολιτισμικά και ανθρωπολογικά θεμέλια που συνδέονταν με την τεχνολογία της προφορικής επικοινωνίας και πάνω στα οποία στηριζόταν αυτό το μονοπώλιο·
γ) τις επαναστατικές καινοτομίες που πρότεινε ο Πλάτων και τα θεμέλιά τους.

Κατά συνέπεια, η απόδειξη της «αναγκαιότητας του πλατωνισμού» επιβάλλεται ως ιστορική αλήθεια και ακριβώς αυτό πρέπει να εξετάσουμε διεξοδικά.
Η ποίηση, μεταδιδόμενη μέσω του προφορικού λόγου, αποτελούσε για τους Έλληνες την πηγή των ιστορικών, πολιτικών, ηθικών και τεχνολογικών γνώσεων της κοινότητας

Ένα από τα κυριότερα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει ο σημερινός άνθρωπος, προκειμένου να κατανοήσει τον Πλάτωνα και την επαναστατική εμβέλεια των προτάσεών του έναντι του παραδοσιακού ελληνικού πολιτισμού, συνίσταται στο να αντιληφθεί πλήρως ότι για τους Έλληνες η ποίηση ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που είναι για τον νεότερο και τον σύγχρονο άνθρωπο: πρόκειται πράγματι για ένα πνευματικό φαινόμενο στενά συνδεδεμένο με ιδιαίτερες και ανεπανάληπτες ιστορικές συνθήκες.

Ο Havelock γράφει:

«[...] Οι ποιητές γενικά, και ο Όμηρος ειδικότερα, δεν θεωρούνταν μόνο πηγή διδασκαλίας σε θέματα ηθικής και διοικητικών τεχνικών, αλλά απολάμβαναν επίσης ένα είδος θεσμικού κύρους μέσα στην ελληνική κοινωνία. Αυτό το κύρος, όπως φαίνεται, υποστηριζόταν από το κράτος, επειδή οι ποιητές προσέφεραν ένα σύστημα παιδείας στο οποίο στηριζόταν ο πολιτικός και κοινωνικός μηχανισμός για την ομαλή λειτουργία του. [...] Ο Πλάτων προϋποθέτει ότι μεταξύ των συγχρόνων του κυριαρχούσε μια αντίληψη για τον ποιητή και την ποίηση εντελώς ξένη προς τον δικό μας τρόπο σκέψης. Για εμάς ο ποιητής είναι καλλιτέχνης και τα δημιουργήματά του έργα τέχνης. Σε ένα σημείο ο Πλάτων φαίνεται να συμφωνεί μαζί μας, όταν συγκρίνει τον ποιητή με τον εικαστικό καλλιτέχνη, με τον ζωγράφο. Αυτή η σύγκριση, όμως, δεν γίνεται για αισθητικούς λόγους. Μάλιστα, μπορούμε ανεπιφύλακτα να υποστηρίξουμε ότι η έννοια της αισθητικής —ως συστήματος αξιών που θα μπορούσε να εφαρμοστεί στη λογοτεχνία και στην καλλιτεχνική δημιουργία— δεν υπεισέρχεται ούτε μία φορά στη συλλογιστική του. Ο Πλάτων γράφει σαν να μην είχε ακούσει ποτέ να γίνεται λόγος για την αισθητική ή ακόμη και για την τέχνη.

»Αντιθέτως, επιμένει να αντιμετωπίζει τους ποιητές σαν να είχαν ως έργο τους την παραγωγή έμμετρων εγκυκλοπαιδειών. Ο ποιητής αποτελεί, αφενός, πηγή θεμελιωδών γνώσεων και, αφετέρου, σημαντικό όργανο ηθικής διαμόρφωσης.
Από ιστορική άποψη, αξιώνει ακόμη και να παρέχει τεχνική κατάρτιση. Είναι σαν ο Πλάτων να απαιτούσε από την ποίηση να επιτελεί όλες τις λειτουργίες που εμείς αναθέτουμε, από τη μία πλευρά, στη θρησκευτική διδασκαλία ή στην ηθική αγωγή και, από την άλλη, στα σχολικά βιβλία, στις ιστορικές πραγματείες και στα εγχειρίδια, στις εγκυκλοπαίδειες και στα έργα αναφοράς. Αυτός ο τρόπος θεώρησης της ποίησης ισοδυναμεί πράγματι με την άρνηση να θεωρηθεί ποίηση με τη δική μας σημασία του όρου· είναι η άρνηση να γίνει δεκτό ότι μπορεί να αποτελεί τέχνη με δικούς της κανόνες, αντί να είναι πηγή γνώσεων και σύστημα διδασκαλίας».

Επομένως, η αρχαία ποίηση αποτελούσε το μοναδικό σημαντικό μέσο μετάδοσης των ιστορικών, πολιτικών, ηθικών, αλλά και τεχνολογικών γνώσεων· αποτελούσε, δηλαδή, ένα είδος «κοινωνικής εγκυκλοπαίδειας», η οποία περιείχε ολόκληρη τη γνώση που ήταν αναγκαία για τη διαμόρφωση του ανθρώπου:

«Κλήθηκε, επομένως, να καθορίσει και να διαφυλάξει τον κοινωνικό μηχανισμό και τους μηχανισμούς της διακυβέρνησης και της εκπαίδευσης στην άσκηση της εξουσίας και στη διοίκηση, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Πλάτωνα. [...] Η ίδια αυτή ποίηση ήταν ουσιώδης για το εκπαιδευτικό σύστημα από το οποίο εξαρτιόταν ολόκληρη η κοινωνία, καθώς και για τη συνέχεια και τη συνοχή της. Σε αυτήν αναφέρονταν όλες οι δημόσιες υποθέσεις και όλες οι συναλλαγές που διέπονταν από γενικούς κανόνες. Ο ποιητής ήταν πρωτίστως ο γραφέας, ο λόγιος και ο νομικός της κοινωνίας και μόνο δευτερευόντως ο καλλιτέχνης και ο ψυχαγωγός της».

Και αυτή η θέση του Havelock είχε προαναγγελθεί —κατά τρόπο ιδιαίτερο— από κανέναν λιγότερο από τον Vico, τον οποίο ο συγγραφέας αγνοεί εντελώς, αλλά τον οποίο είναι σκόπιμο να μνημονεύσουμε, επειδή πρόκειται για πραγματικά αξιοσημείωτες προδρομικές συλλήψεις. Ο Vico γράφει:
«Εάν τα ποιήματα του Ομήρου αποτελούν την πολιτική ιστορία των αρχαίων ελληνικών ηθών, τότε θα είναι δύο μεγάλοι θησαυροί του φυσικού δικαίου των λαών της Ελλάδας».
Και ακόμη:
«Στα ποιήματα του Ομήρου βρίσκονται δύο μεγάλοι θησαυροί του φυσικού δικαίου των λαών της Ελλάδας. Πάνω απ’ όλα, όμως, χάρη σε αυτή την ανακάλυψη, του προστίθεται ένας λαμπρότατος έπαινος: ότι ο Όμηρος υπήρξε ο πρώτος ιστορικός ολόκληρου του ειδωλολατρικού κόσμου που έφθασε έως εμάς· γι’ αυτό και τα ποιήματά του θα πρέπει στο εξής να αποκτήσουν το υψηλό κύρος δύο μεγάλων θησαυρών των ηθών της αρχαιότατης Ελλάδας»8.


Για ακόμη μία φορά, όμως, πρέπει να ειπωθεί ότι μόνο μέσω της τεχνικής και της μεθοδολογικής δεξιότητας με την οποία παρουσιάζεται από τον Havelock, η θέση αυτή επιβάλλεται στο ιστορικό και επιστημονικό επίπεδο, πέρα από τις μεγαλοφυείς διαισθήσεις του Vico. Και ακριβώς σε αυτό συνίσταται η μεγάλη συμβολή του Havelock.

Η μνήμη ως βασικός άξονας για τη μετάδοση και τη διατήρηση της ποίησης στον πολιτισμό της προφορικότητας

Σημειώσεις:

¹ Havelock, Cultura orale..., σ. 20. Τα πλάγια στοιχεία είναι δικά μας.
² W. Jaeger, Paideia. La formazione dell’uomo greco, τόμ. II, Φλωρεντία, La Nuova Italia, 1954· μετάφραση A. Setti, σσ. 342–343.
³ Jaeger, Paideia, II, σ. 343. Τα πλάγια στοιχεία είναι δικά μας.
⁴ Jaeger, Paideia, II, σ. 344. Τα πλάγια στοιχεία είναι δικά μας.
⁵ Havelock, Cultura orale..., σσ. 31–32. Τα πλάγια στοιχεία είναι δικά μας.
⁶ Havelock, Cultura orale..., σ. 79. Τα πλάγια στοιχεία είναι δικά μας.
⁷ G.B. Vico, Principi di scienza nuova, επιμέλεια F. Nicolini, Μιλάνο–Νάπολη, Riccardo Ricciardi, 1953· επανεκδόθηκε στο Μιλάνο από τον εκδοτικό οίκο Mondadori το 1992. Παραπέμπω σε αυτή την έκδοση, η οποία διαθέτει μια πολύ εύχρηστη αρίθμηση των παραγράφων. Το παρατιθέμενο απόσπασμα βρίσκεται στο XX [156].
⁸ Vico, Principi di scienza nuova, XXV–XXVI [902–904].