10/9/2026
O σαλτιμπάγκος γαβγίζει πως σε όλη την Ευρώπη
μόνο το μητσοτάκ δίνει, και πως όλοι οι άλλοι είναι σε ύφεση και κάνουν
περικοπές. Και σ’ αυτές τις π@παριές οι διάφοροι εκεί που τον φιλοξενούνε του
λένε... μάλιστα... αντί να του πούνε πως θα πρέπει να δίνει επί 200 χρόνια, τα
ψίχουλα που δίνει, με όλους τους άλλους να είναι μόνιμα σε ύφεση, μπας και
καταφέρουμε να πλησιάσουμε κάποτε την αγοραστική τους δύναμη (του Γάλλου, του
Ολλανδού ή του Φινλανδού). Προσωπικά δεν τσαντίζομαι μ’ αυτά που λέει ο
σαλτιμπάγκος, αλλά γιατί τα λέει χωρίς αντίλογο στις διάφορες καφροεκπομπές που
του στρώνουν το τραπέζι...
10/9/2026
Προχθές, στην παρουσίαση του βιβλίου
για το blues/blues-ρεμπέτικο, στο Πεδίο του Άρεως, έγιναν ωραίες φάσεις. Μέχρι
και ποίημα είπα, που είχα να πω από τη δευτέρα δημοτικού. (Έχω και φωτό από
τότε, που λέω μπροστά το ποίημα και πίσω φαίνεται, κρεμασμένο στον τοίχο, το
«πουλί» της χούντας). Κάποια στιγμή ήρθε η κουβέντα στον Θεοδόση Άθα, και
απευθυνόμενος στο ακροατήριο το ρώτησα αν θέλει να διαβάσω το ποίημά του για το
blues, με το οποίο ανοίγω το βιβλίο. Ο κόσμος είπε ναι – κι έτσι το διάβασα.
Στο τέλος, δε, κάποιος θα με πλησίαζε, λέγοντάς μου πως έπαθε σοκ με το ποίημα
– με το πώς ένας Έλληνας, το 1959, τόσο παλιά, έπιανε αυτή την originality του
delta blues. Έτσι είναι! Πάντα ένας Έλληνας θα κρύβεται κάπου, στην πιο απίθανη
στιγμή. Κι ήταν ωραία αυτή η φάση γενικότερα. Γιατί δείχνει τη δύναμη του
αυθόρμητου (καθώς δεν είχα κανένα σκοπό να διαβάσω ποίημα δημοσίως, μετά από
μισό plus αιώνα) και των ζωντανών καταστάσεων εν γένει..
10/9/2026
Τον Μαζωνάκη τον είχα δει για πρώτη και τελευταία φορά live
στην αρχή της δεκαετίας του ’90 στην Πάτρα, στην Παριζιάνα – με δύο πολύ καλούς
φίλους μου, τον Χρήστο Δ. τον πιανίστα και τον αείμνηστο συμμαθητή μου Σάκη Π.
Δύο πράγματα θυμάμαι από τότε. Ένα, πως μας είχε κάνει εντύπωση ένα 20χρονο
παιδί στην πίστα, λεπτό και μικροκαμωμένο, αλλά με τσαγανό, που στα μάτια μας
φαινόταν σαν διάδοχος του Καφάση και, δύο, πως είχαμε περάσει τόσο καλά στην
Παριζιάνα, με αποτέλεσμα να «φάμε» (δηλαδή να πιούμε) και την τελευταία δεκάρα
που είχαμε πάνω μας, γυρνώντας το πρωί, σε κατάσταση groggy, από του Τσαούση
στην Πάτρα με τα πόδια (όσοι ξέρουν από κείνα τα μέρη, ξέρουν ότι αυτή η
απόσταση δεν είναι καθόλου μικρή).
Τις επαρχιακές «μεγάλες πίστες» τις αντέχω, και μέχρι εκεί
είναι τα όριά μου. Από τις αθηναϊκές δεν θέλω να περνάω ούτε απ’ έξω. Δεν με
συνδέει απολύτως τίποτα, ούτε με τους χώρους, ούτε με αυτούς που συχνάζουν
εκεί, αλλά ούτε και με τα τραγούδια, έτσι όπως ακούγονται κει μέσα. Ειδικά, αν
μιλάμε για τη δεκαετία του ’90, που συνδέεται με τη χειρότερη «νύχτα» του
ευρωλιγούρικου, εκσυγχρονιστικού (υπό την έννοια πως δίδαξε νέους τρόπους
μάσας), σημιτικού και κλεπτοκρατικού πασόκ. Δυστυχώς μέσα σ’ αυτή τη νύχτα
έδρασε και ο άμοιρος Μαζώ.