Kind
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | das | Kind | die | Kinder |
| γενική | des | Kinds Kindes |
der | Kinder |
| δοτική | dem | Kind Kinde |
den | Kindern |
| αιτιατική | das | Kind | die | Kinder |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Kind < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική kint < παλαιά άνω γερμανική kind [1] < πρωτογερμανική *kinþą < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *g̑en(ə)- / *ǵenh₁- [2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kɪnt/
- ⓘ
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Kind
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Kind (de) ουδέτερο
- το παιδί
Die Verantwortung für die Erziehung des Kindes liegt nicht nur bei den Eltern, sondern auch bei der Schule.
Ευθύνη για την ανατροφή του παιδιού δεν έχουν μόνο οι γονείς, αλλά και το σχολείο.
Herbert ist schon 50 und immer noch ein Kind.
Ο Χέρμπερτ είναι ήδη 50 ετών και εξακολουθεί να είναι σαν παιδί.
- (οικογένεια) το τέκνο, ο γόνος
- το μωρό
Das Kind in ihrem Bauch strampelt jeden Tag heftiger.
Το μωρό στην κοιλιά της κουνιέται κάθε μέρα όλο και πιο έντονα.
- φιλική προσφώνηση
- (θεωρία γραφημάτων) το παιδί
Beim Durchlaufen des Baums wird immer erst das links Kind vollständig abgearbeitet, bevor das rechte dran kommt.
Κατά τη διάσχιση του δέντρου, το αριστερό παιδί επεξεργάζεται πάντα πλήρως πρώτα, προτού έρθει η σειρά του δεξιού.
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- Adoptivkind
- Einzelkind
- Enkelkind
- Hurenkind
- Kinderarzt
- Kinderbett
- Kinderbuch
- Kinderdorf
- Kindererziehung
- kinderfeindlich
- Kinderfreibetrag
- kinderfreundlich
- Kindergarten
- Kindergärtnerin
- Kindergeld
- Kinderheim
- Kinderkrankheit
- Kinderkrippe
- Kinderladen
- Kinderlähmung
- kinderleicht
- kinderlieb
- Kinderlied
- Kindermädchen
- Kindersitz
- Kinderspiel
- Kinderwagen
- Kinderzeit
- Kinderzimmer
- Kindsmord
- Kleinkind
- Patenkind
- Pflegekind
- Schulkind
- Stiefkind
- Waisenkind
- Wunderkind
Παροιμίες
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Kind (Begriffsklärung) στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Kind - Duden online.
- ↑ Kind @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Kind αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Kind < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Kind αρσενικό
Πηγές
[επεξεργασία]- The surnames of residents, Surnames with a frequency greater than or equal to 20, Instituto Nacional de Estadística (Ισπανία), ανακτήθηκε στις 9/9/2026
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Kind < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Kind αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]
Νορβηγικά (no)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Kind < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Kind αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- Statistisk sentralbyrå / Statistics Norway, 12891: Last names used by 200 persons or more, by last name, contents and year, ανακτήθηκε 6/9/2023
Σουηδικά (sv)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Kind < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Kind αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά ουδέτερα (γερμανικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά άνω γερμανικά (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτογερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (γερμανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γερμανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γερμανικά)
- Γερμανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γερμανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γερμανικά)
- Οικογένεια (γερμανικά)
- Κύρια ονόματα (γερμανικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (γερμανικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (ισπανικά)
- Κύρια ονόματα (ισπανικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (ισπανικά)
- Κύρια ονόματα (ιταλικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (ιταλικά)
- Κύρια ονόματα (νορβηγικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (νορβηγικά)
- Κύρια ονόματα (σουηδικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (σουηδικά)