bain
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- bain < δημώδης λατινική baneum, μορφή του balneum < αρχαία ελληνική βαλανεῖον
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]bain (fr) αρσενικό (πληθυντικός bains)
- το μπάνιο, το μπανιάρισμα, το νά κάνω μπάνιο
- το λουτρό (δωμάτιο)
Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- bain - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- bain - Portail lexical, Centre national de ressources textuelles et lexicales, 2026, στα γαλλικά