noma
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ||
| γενική | ||
| αιτιατική | ||
| κλητική | ||
| Η γενική πάντα τονίζεται στην παραλήγουσα. | ||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- noma < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὄνομα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]noma (nòma) ουδέτερο
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- nòma ~ ònoma Vocabolario σελ.342 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)