Μετάβαση στο περιεχόμενο

noma

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]
3η κλίση, ουδέτερο ανισοσύλλαβο
↓ πτώσεις       ενικός       πληθυντικός
ονομαστική
noma
nomata
γενική
nomàtu
nomàto
αιτιατική
noma
nomata
κλητική
noma
nomata
Η γενική πάντα τονίζεται στην παραλήγουσα.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
noma < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὄνομα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

noma (nòma) ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]