Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Φιλιά...


Αλλοτε τρυφερά, άλλοτε έντονα ερωτικά και παθιασμένα τα φιλιά μοιάζουν να έχουν δική τους οντότητα…
Είναι από μόνα τους μικρά άτακτα πλασματάκια που κάνουν διαρκώς ζημιές.
Κάποιες φορές πάνε και βρίσκουν με μιας τον κατάλληλο αποδέκτη φωλιάζοντας σαν πληγωμένα ζωάκια ακριβώς εκεί που πρέπει γεμίζοντας κάποιο κενό ενώ άλλες φορές τριγυρνούν αδέσποτα σαν τις άδικες κατάρες κάνοντας του κεφαλιού τους.
Και βρίσκουν τότε να επισκεφτούν τον πιο ακατάλληλο αποδέκτη…
Χώνονται σαν τα κακομαθημένα παιδιά στα πιο ακατάλληλα σημεία, σφηνώνουν πεισματικά και δε μπορείς να τα βγάλεις με τίποτα από κει…
Και είναι κρίμα και τόσο άδικο για τα άλλα τα "φρόνιμα" και υπάκουα εσύ να σκέφτεσαι διαρκώς αυτά που χαραμίστηκαν τόσο άδικα, ταξιδεύοντας σε λανθασμένους προορισμούς…

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016


Ίσως μικρή να ήταν και απερίσκεπτη.
Ίσως παρέα δεν είχε, και βάλθηκε να βρεί.
Ίσως στην χαρά της ζωής δεν σκέφθηκε να πετάξει ψηλά. Ετσι βρέθηκε να πετά μέσα σε πλήθος ανθρώπων κι αυτοί ούτε που δώσαν σημασία στην ομορφιά των χρωμάτων της.

Ξέρεις... από καιρό ο άνθρωπος θεωρεί ότι είναι μόνος του σ’αυτόν τον κόσμο. 

Έχει πάψει να βλέπει τα χρώματα της φύσης ακόμη και αυτό που μέρες πρίν έγραψες στον φακό στρέφοντάς τον προς τον ουρανό. 
Κοιτάζει... αλλά δε βλέπει...
 

Δεν ήταν ο άνεμος που την έριξε στην γη.

Σίγουρα έχει νιώσει και πιο δυνατή στο μικρό παρελθόν της. 

Σίγουρα ξέρει να τα βάζει με τα στοιχεία της φύσης. Όμως σίγουρα δεν έμαθε και
δεν ξέρει ακόμη ότι ο άνθρωπος δεν είναι στοιχείο αλλά στοιχειό.
Ήταν ίσως κάποιο χέρι που την έριξε και στην συνέχεια σαλεμένη πιά και
προσπαθώντας να βρεί ουρανό, βρέθηκε εμπρός μου να χαζεύω το ανάλαφρο
πέταγμά της.
Όχι για πολύ… μια κυρία την έριξε στο πεζοδρόμιο.
Έμεινε λίγη ώρα. Τα φτερά δεν είχαν δύναμη να σηκώσουν το πληγωμένο σώμα.
Ίσως μια τελευταία προσπάθεια την έκανε να ανασηκωθεί και να φτερουγίσει λίγα μέτρα.
Ίσως η σκέψη σου να τη βοήθησε να βρεί την δύναμη.

Ξανάπεσε…
Περαστικοί δεν έβλεπαν το πορτοκαλί της χρώμα και την προσπερνούσαν.

 Ήταν βυθισμένοι στον ρυθμό της κατανάλωσης και της μακρινής μουσικής.
Μόνο μια μαμά έκανε νόημα στο παιδί της να προσέξει.

…και μόνο μία ζεστή αγκαλιά τόλμησε να την κρύψει στις παλάμες της και να της δώσει ανάσα από την δική της.
Για λίγο έμεινε στην σιγουριά που της έδινες κι ύστερα ίσως να πέταξε για μακριά. Ψηλά. Εκεί που είναι ο κόσμος της. Ελεύθερη πια. Με την ψυχή της να χαμογελά και την σκέψη της σ’εσένα και σε κάθε Άνθρωπο σε τούτη την γή.

Είναι όμορφο να βλέπεις χρώματα να πετούν και υπερήφανα πλάσματα να υπάρχουν.
Σκέπτομαι πως η ζωή τους είναι λίγη.
Λίγη για ποιόν ?
Για τις πεταλούδες που ταξιδεύουν στην πλάση πετώντας ?
Για τις πεταλούδες που το πέταγμά τους μοιάζει χορός στ’αστέρια…?

Η και για μας που αφήνουμε το χρόνο να περνάει μέσα από τα χέρια μας?


Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Καλοκαιρινές ονειρώξεις...



Κατακλυζόταν καιρό τώρα από τη μυρωδιά της γυμνής του επιδερμίδας,πολύ πριν τον νιώσουν οι υπόλοιπες αισθήσεις της: σαπούνι, ιδρώτας ανάμεικτος με μια ελαφριά δόση νικοτίνης, και η καταδική του μυρωδιά, που θα τη γνώριζε ανάμεσα σε χιλιάδες.
Πάντα μπορούσε να τον αισθανθεί πριν καν τον δει, πριν καν τον αγγίξει.

Τώρα ήταν ακριβώς πίσω της, όρθιος, μισόγυμνος.


Χαμογέλασε και τρύπωσε το πρόσωπό του ανάμεσα στα μαλλιά και στο λαιμό της. Εκείνη ρίγησε κι έγειρε πίσω, προς το μέρος του. "Μη μου γυρίσεις… Έτσι κάτσε…”, της ψιθύρισε, λαχανιασμένος από τον πόθο.
Ήταν σειρά της να χαμογελάσει. Έτριψε το πρόσωπό της στο μάγουλό του. Ξυρισμένος κόντρα, προσεκτικά όπως πάντα, μυρωδάτος, με τα γένια όμως σκληρά, ν’ αδημονούν τόσο για την έξοδό τους προς τα έξω, που τα ένιωθε ξεκάθαρα κάτω απ’ την επιδερμίδα του να τη γδέρνουν.
Και της άρεσε… Αισθάνθηκε την κίνησή του.
Το εσώρουχο που κατέβηκε στους γοφούς, στους μηρούς, στα γόνατά του – στο τέλος του έπεσε στο πάτωμα.
Εκανε το χέρι της πίσω να τον αγγίξει. “Μη…”, της είπε, εκεί πάντα στο λαιμό της, με το χέρι του περασμένο στη μέση της, στο δικό της θεόγυμνο σώμα. “Δεν θα σε αφήσω να μ’αγγίξεις…”.

Εγειρε το κεφάλι της πίσω γελώντας σιγανά, μυστήρια, βραχνά από τον πόθο.
Το αγαπημένο τους παιχνίδι. Μια αυτός, μια εκείνη…
Δεν άφηνε ο ένας να αγγίξει τον άλλον. Ο ένας αντιστεκόταν. Ο άλλος έβαζε όλες του τις δυνάμεις να κατακτήσει αυτό που του απαγορευόταν. Συνήθως τη νικούσε.
Κρατούσε με το'να του χέρι τη γροθιά της πάνω από το κεφάλι της και με το άλλο του χέρι σκορπούσε ηδονή στο γυμνό κορμί της... Αλλωτε πάλι της έδενε τα χέρια στην πλάτη...

Της άρεσε πολύ να τη νικάει.
Της άρεσε να υποτάσσεται κάτω από τη θέληση του γυμνού του σώματος.
Να ασπρίζουν οι αρθρώσεις της από την αντίσταση και τις αποκρούσεις και στο τέλος να χάνει, να γίνεται “σκλάβα” του.



Την έσυρε στο κρεβάτι με τον ίδιο τρόπο, χωρίς να την αφήσει να γυρίσει. 
Το στρώμα έκαιγε. Καλοκαίρι. Έμειναν έτσι στο πλάι – με το πρόσωπό του μέσα στα μαλλιά της και το χέρι του στη μέση της. Έκανε πάλι το δικό της χέρι προς τα πίσω, σε μια ξαφνική κίνηση επίθεσης. Ήταν προετοιμασμένος, όπως πάντα. Την έσφιξε πάνω του δυνατά. “Σου είπα… Σήμερα, δεν θα σε αφήσω να με αγγίξεις”ψιθύρισε βασανιστικά μέσα στ’ αυτί της. Εκείνη άρχισε να στάζει μέσα στην αγκαλιά του.
Τώρα τον ένιωθε όλον, κολλημένο πίσω της να ακολουθεί το περίγραμμα του κορμιού της – κι εκείνη το δικό του. Aκουγε σχεδόν τα ρυάκια ιδρώτα στο σώμα του και το αγριεμένο αίμα που σφύριζε στις φλέβες τους. Ανάπνεε μέσα από τη δική του αναπνοή.
Η ένταση του πόθου σχεδόν τους πονούσε, τους εξαγρίωνε. Τους έκανε δυο άγρια, λυσσασμένα ζώα… Τη λάτρευαν αυτή την αίσθηση. Και κείνη όμως τους λάτρευε… Ηταν πάντα εκεί παρούσα όταν βρίσκονταν οι δυό τους… Αυτή την αίσθηση που τους έκανε συχνά να ξεφεύγουν από τα όρια… Ποια όρια? Υπάρχουν στον έρωτα όρια?
Ένιωσε τις βλεφαρίδες του να χαϊδεύουν το λαιμό της… Έκανε μερικές γρήγορες σπασμωδικές κινήσεις να του ξεφύγει. Κατά βάθος όμως, ήθελε να αφεθεί. Να γυρίσει, να χαθεί μέσα στα παιχνιδιάριμα μελένια του μάτια, να τριφτεί πάνω του, να τον σφίξει με τα δυνατά της πόδια πάνω της, να ρουφήξει τον ιδρώτα του και να γίνει δική του αργά και βασανιστικά…
Να χαθεί…
Μέσα στην θέρμη της αγκαλιάς του.
Κάτι όμως διέκοπτε την ηδονική χαύνωσή της.
Άρχιζε να ακούει έναν μακρύ, αχνό στην αρχή, θόρυβο. Όσο πήγαινε όμως, τόσο μεγάλωνε. Σταθερός, επίμονος, εκνευριστικός εξουθενωτικός ήχος…
O ήχος του κινητού της. Άνοιξε ξαφνικά τα μάτια διάπλατα, τινάζοντας από πάνω της και τα τελευταία θρύψαλα ύπνου. Κάθισε για λίγο ακίνητη, χωρίς να το πιστεύει. Ήταν ένα όνειρο, “απλά” ένα όνειρο.
τζιτζίκια συνέχιζαν το τραγούδι τους μέσα στη μεσημεριάτικη κάψα. Πώς είχε βυθιστεί έτσι; Πώς είχε γλιστρήσει στο μεσημεριανό ύπνο; Κι ήταν τόσο αληθινός… Είχε πολύ καιρό να τον ονειρευτεί… Πολύ καιρό… Γιατί τώρα, γιατί έτσι; Γιατί τόσο αληθινά; Eτσι ακριβώς όπως τους άρεσε;

Tόσο καιρό ήθελε να πιστεύει πως τον εβγαζε σιγά σιγά απο μέσα της.......
Πως τον είχε βγάλει πια από τη ζωή της. Πως τον έβλεπε πια σαν φίλο...
Πάλι καλά που βρέθηκε και αυτή η έρημη γωνίτσα πίσω απο το δάχτυλό της και κρυβόταν αποτελεσματικά… Ρυάκια ιδρώτα έτρεχαν από το λαιμό στο γυμνό ερεθισμένο της στήθος.
Τα ξανθά της μαλλιά κόλλαγαν από τον ιδρώτα πάνω της… Κοίταξε το ρολόι κι αφουγγράστηκε την ακινησία της στιγμής. Oχι! Δεν θα πήγαινε για ντουζ… Ηθελε να τον νοιώσει για λίγο ακόμη μέσα της...Hπιε λίγο νερό. Γύρισε στο πλάι κι έσφιξε πεισματικά τα μάτια, πέρασε το πόδι της πάνω από το άλλο μαξιλάρι… Μήπως και κυλούσε πάλι στο ίδιο όνειρο…



Υ.Γ …το όνειρο δέν τελείωσε…δέν τελειώνει…ποτέ...
κι όσοι πιστεύετε το αντίθετο…να το πιστεύετε χαμηλόφωνα…μή φωνάζετε και ξυπνήσω πάλι…δέν το αντέχω…όχι τώρα…

Θα ονειρεύομαι σαν να πρόκειται να ζήσω για πάντα…
Και θα ζω σαν να ξέ
ρω πως θα πεθάνω αύριο…


Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016

Oνειρο θερινής νυχτός…


Η ζέστη ήταν αφόρητη!
Εξω η απόλυτη άπνοια…

Μέσα της η απόλυτη τρικυμία…

Δυο σταγόνες ιδρώτα
κύλησαν στο λακκάκι του λαιμού της…
Τα μαλλιά της μούσκεμα και το σώμα της
υγρό κι αυτό…
Ξαπλωμένη γυμνή στο πλάι με τη σκέψη γερμένη σε κείνον… με την καρδιά της να φυλλομετράει στιγμές που πέρασαν και τις παλάμες
της απλωμένες με αφέλεια κάτω από το πρόσωπό της σχηματίζοντας το δικό της μαξιλάρι… όπως τότε που ήταν μικρή…
Τότε τον
ένιωσε… Οπως και τότε…
Ενας ρίγος διαπέρασε όλο της
κορμί… η πιο γλυκιά και ηδονική ανατριχίλα…
Ενιωσε το άγγιγμά του στην άκρη των
ποδιών της στους αστραγάλους και μετά στις γάμπες της…ένιωσε τα ακροδάχτυλά του να την χαϊδεύουν απαλά ξεκινώντας από κει και ανεβαίνοντας αργά προς τα πάνω προς τους λαγόνες της…σαν υπομονετικοί οδοιπόροι που παίρνουν το δρόμο για το προσκύνημα…
Το άλλο του χέρι με μια κίνηση τράβηξε προς τα πίσω απαλά αλλά αποφασιστικά τα μαλλιά της…σα να ήθελε να τα δαμάσει… να πάψουν να χύνονται πάνω του…να πάψουν να τον ακουμπούν…
Ενας λυγμός έφτασε στα χείλη της… "Φτάνει μωρό μου… δεν αντέχω άλλο… φτάνει.." ψιθύρισε σε μια πνιγμένη ανάσα.
Εκείνος συνέχισε να την αγνοεί… σαν να
μην υπήρχε… σα να’χε κάνει τάμα να την φτάσει στα άκρα…πάντα το έκανε…
ΠΑΝΤΑ

Πάντα
της έσπαγε τα νεύρα…
Πάντα
την οδηγούσε σε παράτολμα
μονοπάτια…
Εσυρε αργά την καυτή του γλώσσα πάνω
της…γλιστρώντας απαλά και φτιάχνοντας ένα μονοπάτι από φιλιά από την μικρή φουσκωτή της ουρίτσα μέχρι το λαιμό… Πάντα του άρεσε η αίσθηση της απαλής της επιδερμίδας…
Ενιωσε τη γλώσσα του υγρή στο αυτί της
και τρελλή από πόθο γύρισε το πρόσωπό της για να χώσει τη γλώσσα της στο στόμα του.
Μια σκέψη πέρασε αστραπιαία από το μυαλό
της: Aυτός και εκείνη σε λίγο θα ήταν Ενα… Αυτή ήταν η μόνη Αλήθεια….
Το
σμίξιμό τους ήταν το σμίξιμο μιας άδικα διαιρεμένης ψυχής που από φθόνο ή από λάθος των Θεών βρέθηκε μοιρασμένη σε δυο κορμιά.
Δυο κορμιά που μόλις βρεθήκαν
και που δε θέλανε ποτέ να ξαναχωρίσουν.
Πριν αφήσει τη γλώσσα της να βουτήξει αχόρταγα στο στόμα του άνοιξε τα μάτια για να τον διαβάσει…
Πάντα της άρεσε να
τον διαβάζει… ακόμη και τούτες εδώ τις μικρές τους στιγμές…
Πάντα της άρεσε να τον αγκαλιάζει με το
βλέμμα της… Δεν τον χόρταινε…
Μα… μια δυσάρεστη έκπληξη την περίμενε…
Το βλέμμα της δεν συνάντησε εκείνον!…
Αυτά τα μάτια που την κοιτούσαν διψασμένα και
αδηφάγα δεν ήταν τα δικά του.
Τραβήχτηκε ξαφνιασμένη από κοντά του
χώνοντας το πρόσωπο στο μαξιλάρι και ξεσπώντας απελπισμένη σε κλάμματα…
Τα δάκρυά της καυτά μούσκεψαν το μαξιλάρι… Ενα τράνταγμα και μια οικεία φωνή την
επανέφερε στην πραγματικότητα… " Ελα… Δεν είναι τίποτα! Ενα όνειρο ήταν" και μια αγκαλιά της πρόσφερε την γαλήνη που τόσο ζητούσε…ΠΑΝΤΑ! Και το όνειρο παρέμεινε ένα όνειρο…

Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

Αγκαλιά...


Είναι κάποιες μέρες του μήνα που το μόνο που θέλω είναι να κουρνιάσω και να χαθώ μέσα σε μια αγκαλιά... μια για την ακρίβεια αντρική αγκαλιά απ'αυτές που σε κάνουν να νοιώθεις πολύ όμορφα... πολύ προστατευμένη και ασφαλή όπως μόνο ένας άντρας μπορεί να σε κάνει να νοιώσεις...

Αυτές τις μέρες... ελάχιστη σημασία έχει αν την αγκαλιά θα στην προσφέρει ο κολλητός σου, ο σύντροφός σου ή το αντικείμενο του πόθου σου...
Το μόνο που μετρά είναι η εμπιστοσύνη... πόσο άνετα και σιγουριά αισθάνεσαι εσύ εκεί που θα είσαι... πόσο καλά "κουμπώνεις" εκεί ...και πόση αγάπη εκπορεύεται απ'αυτή την αγκαλιά...

Αυτό τον καιρό μόνο μια αγκαλιά πληρεί αυτές τις προδιαγραφές και είναι αυτή που θα ήθελα να είμαι μέσα της απόψε... Σήμερα... θα ήθελα να ντυθώ "εκείνον" μα εκεινος δεν είναι εδώ...

Κυριακή 17 Απριλίου 2016

Ανθρωπος αράχνη...



Κρίμα να κάνεις ένα δώρο και να στο πετάν’ στα μούτρα...
Κρίμα να χάνονται οι λέξεις σου σε ερμητικά κλεισμένα αυτιά.
Κρίμα να προσπαθείς να πλησιάσεις κάποιον κι αυτός να κάνει βηματάκια προς τα πίσω…
κι ας πέσει στο γκρεμό…
Κρίμα να μην δίνεις το χέρι σου, για να σώσεις ή να σωθείς…

Κρίμα να χαραμίζεις το χρόνο σου σε παλιές ιστορίες κι οδυνηρές αναμνήσεις...
Κρίμα να χαλαλίζεις τη ζωή σου σε χαώδεις σκέψεις κι απραξία.
Κρίμα να κλείνεις τον εαυτό σου μέσα κι όλους τους άλλους απ’ έξω!
Κρίμα να αργοπεθαίνεις από φόβο να ζήσεις…

Η αγάπη σου ιστός αράχνης. Κι εσύ αράχνη…
Πότε θα γίνεις Άνθρωπος, αγάπη μου?
Να μπορέσω κι εγώ να φύγω... απ'τον ιστό σου?

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

Φεύγω...


Ξέρεις τι είναι να θέλεις παθιασμένα και να μη γίνεται?
Να μη μπορείς να βρεις ένα νόημα, ένα λόγο?... μια απάντηση στο γιατί?


...Γιατί μέσα στα κενά της μνήμης, της επιθυμίας και της αίσθησης γεννιούνται τα σύνορα κάθε συναισθήματος...
Οι περισσότεροι από μας τις νύχτες δεν μπορούν να κλείσουν μάτι...
Φοβισμένοι κι ανήσυχοι μπορούν να ακούν μόνο το θόρυβο που κάνει η ζωή καθώς κυλάει και φεύγει απ'τα χερια τους...

Φεύγω... μπας και προλάβω τη ζωή...
Σε λίγες μέρες θα είμαι πάλι πίσω ελπίζω με καλύτερο ύπνο και με λερωμένα με χρώματα πινέλα...
Φιλιά...

Παρασκευή 8 Απριλίου 2016




Κάποιοι άνθρωποι είναι σα τα τρένα... ταξιδεύουν ο καθένας στη δική τους γραμμή... πολλές φορές κοντά σε άλλα που έχουν τον ίδιο προορισμό που όμως ποτέ δε συναντιούνται γιατί οι γραμμές τους είναι παράλληλες...
Κάποια απ'αυτά τα τρένα είναι μυστήρια πραγματικά... σε ταξιδεύουν σε μέρη μαγικά και παραμυθένια εκεί που ποτέ δε μπορούσες ποτέ να φανταστείς ότι θα φτάσεις...
Σε πάνε ένα βήμα πιο πέρα... ή μίλια πιο πέρα... ακόμη κι αιώνες πιο πέρα από κει που προοριζόσουν αρχικά να πας...
Σε περνάνε από γκρεμούς και γέφυρες κρεμαστές που σε τρομάζουν και  σου κόβουν την ανάσα...ενίοτε χάνεσαι μαζί τους σε τούνελ σκοτεινά που όμως στο τέλος τους υπάρχει πάντα φως και μια τεράστια λιακάδα να σε περιμένει... (πως αλλωστε θα εκτιμήσεις το φως αν δεν γνωρίσεις το σκοτάδι? Και πως ο σπόρος που φυτέψανε μέσα σου θα δώσει φως αν δεν αφεθεί στο ευεργετικό άγγιγμα μιας λιακάδας?)
Κάποιες στιγμές πάλι, είναι τόσο θορυβώδη που σε πιάνει πονοκέφαλος και το κάθισμα τόσο άβολο για μεγάλα ταξίδια που σε κάνει να τεντώνεσαι κάθε λίγο για να μην πιάνεσαι... κι ανυπομονείς να κατέβεις στον πρώτο σταθμό να ξεπιαστείς...
Το καλό μ'αυτά τα τρένα είναι ότι κάνουν στάση όποτε εσύ θελήσεις να κατέβεις για να σταματήσεις το ταξίδι σου  ή να μεταβείς σε άλλο τρένο... Ξέρουν ότι κι αυτό είναι ένα κομμάτι της διδαχής που πρέπει να σου δώσουν... και το κάνουν...

Και υπάρχουν ύστερα άνθρωποι που είναι "σταθμοί"...
Εκείνοι το μόνο που κάνουν είναι να σου θυμίζουν το πεπερασμένο της ύπαρξής σου...και τα όρια της φύσης σου...γιατί έτσι τους βολεύει... γιατί θέλουν να σε τοποθετήσουν στη στασιμότητα της ζωής τους...να σε δέσουν... όχι μόνο εσένα... τον οποιονδήποτε "άλλον"...
Σαν τις σειρήνες με λόγο ηδύ και κάλος ψυχής θωπεύουν τον εγωισμό σου και σε τυλίγουν απαλά στον ιστό της αράχνης...
Κι αν κάποια στιγμή αποφασίσεις πως κουράστηκες και θελήσεις να φύγεις εξαπολύουν όλο το μένος τους και το "κάλος της ψυχής" τους αποκαλύπτεται εν ριπή οφθαλμού...

Οι πρώτοι σε ταξιδεύουν... γιατί θέλουν να σε διδάξουν...
Οι δεύτεροι σε καθηλώνουν... γιατί θέλουν(ή πρέπει) να διδαχθούν...
Είναι δική σου επιλογή το ποιους θα βάλεις στη ζωή σου και δική τους αν θα μείνουν ή θα φύγουν..


Κάπου διάβαζα (γνωστός συγγραφέας αλλα το όνομά του μου διαφεύγει...) ότι ο χαρακτήρας και η ποιότητα του ανθρώπου φαίνονται όταν είναι θυμωμένος κι απογοητευμένος... γιατί τότε πέφτουνε οι μάσκες...(προφανώς γιατί τότε λέγονται τα πιο σκληρά λόγια...)

Υ.Γ Η άγνοια σε κάποιες περιπτώσεις είναι μεγάλη πολυτέλεια και απόλυτη ευδαιμονία...