Βάι. Χάσαμε τις επαφές, χάσαμε και τα μέσα. Να μου πεις και που τις είχαμε τις επαφές κάναμε τίποτα για τα μέσα; Όχι. Άμα θέλαμε όμως; ήταν εκεί.
Αυτό το άμα θέλω, άμα χρειαστώ, αχρείαστος νά' ναι ο όποιος κάποιος, μας έχει κάνει όλους γελοίους. Τρώμε στη μάπα ακριβώς ότι σιχαινόμαστε και αυτό το λέμε, υποχρεωτική συναναστροφή. Επειδή όλοι οι άνθρωποι τις έχουμε κάνει τέτοιες ηλιθιότητες στο παρελθόν και πολλοί εξακολουθούν να τις κάνουν και στο παρόν, όχι εγώ, χρησιμοποιώ τον πληθυντικό. Στην πραγματικότητα άμα σιχαθείς άπαξ, δεν γίνεται να ξαναπέσεις στον ίδιο λάκκο. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά αρχίζεις και αντιπαθείς αυτούς που το κάνουν συστηματικά. Σιγά ρε! Θα χάσεις την κότα με το χρυσό αυγό έτσι και πεις στον άλλο να σου αδειάσει τη γωνιά; Να μη σου μιλάει γιατί δεν γουστάρεις; Έτσι και δεν του μιλήσεις εσύ, δεν του γελάσεις, δεν συναινέσεις για να πιείτε κανένα ποτηράκι κρασί παρέα, να βρεθείτε κάπως, αχμού αχμά αχταρμά. Δεν τα γουστάρω τα μέσα. 25 χρόνια στην Καισαριανή, ξέρω τουλάχιστον χίλιους ανθρώπους που καλημερίζω, έχω φάει πάνω από 20 φορές με τους τριακόσιους, με καλούν όποτε θέλουν να με ενημερώσουν για κάποια κινητοποίηση, μπορεί και σε περίοδο εκλογών, περνάω συχνά από την πλατεία και τους βλέπω να κάθονται στα τραπεζάκια έξω, σταματώ τους λέω καλησπέρα, μου λένε κάτσε, τους λέω βιάζομαι, 25 ολόκληρα χρόνια στη γειτονιά, μία φίλη έκανα από τον πρώτο χρόνο, με αυτήν έμεινα. Μπορεί να φταίω κι εγώ δε λέω. Είμαι μονόχνωτη Μπορεί όμως και να νομίζω πως είμαι. Αν δηλαδή χτύπαγε το τηλεφωνό μου μια φορά για να με καλέσουν σε ένα από κείνα τα ωραία τσιμπούσια τους θα έλεγα όχι; Αλλά αυτό το σιχαμένο χτυπάει μια φορά στο εξάμηνο για να μου πουν είτε να κατέβουμε στην πορεία μαζικά, είτε να παραβρεθώ σε συζήτηση με θέμα την αντιλαϊκή πολιτική και τι θα κάνουμε με το χαράτσι, που όλο δεν το πληρώνουμε είναι κι όλοι έτρεξαν πρώτοι και καλύτεροι να το πληρώσουν, είτε έρχονται εκλογές, είτε κανένας διάσημος αριστερός ήρθε να μας πει για την αντεπίθεση της αριστεράς, καλά και ήρθε και ξυπνήσαμε.
Ναι. Και τώρα ετοιμάζω τα χαρτιά μου για να φύγω. Ένας το είχε μάθει από την αρχή, απ' αυτόν μέχρι τώρα θα το έχουν μάθει όλοι. Χέστηκε η φοράδα στο αλώνι. Η μάνα μου στο χωριό, άρρωστη και ανήμπορη να ακολουθήσει, μακάρι να γινόταν να την πάρω μαζί μου. Οι πιο κοντινοί μου φίλοι, είναι η μία που προανάφερα, κι ένα ζευγάρι. Πολύ σημαντικοί τόσο σαν φίλοι όσο και σαν άνθρωποι γενικά. Με το ζευγάρι δεν βλέπομαι συχνά, δεν μένουμε κοντά, έχουν και πολλούς φίλους, εγώ δεν έχω. Με τη μία βλεπόμαστε, αλλά δεν μιλάμε πια, τα έχουμε πει όλα, έχει μεγαλώσει, έχει βαρύνει, δεν βγαίνει από το σπίτι, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί πρακτικό και ψυχολογικό στήριγμα για μένα. Και οι τρεις αυτοί.
Και τέλος. Όταν θα σκέπτομαι τη χώρα μου και τους ανθρώπους της, δεν θα έχω να νοσταλγώ πολλούς. Αυτοί που ήδη που έχω νοσταλγήσει , είναι από χρόνια παρελθόν. Υπάρχουν και κάποιοι που όχι μόνο δεν νοσταλγώ, αλλά θα προτιμούσα να μην είχα γνωρίσει. Αν ο χρόνος γύριζε πίσω όμως, θα έκανα ακριβώς τα ίδια και δεν θα μετάνιωνα. Γιατί άλλο θα προτιμούσα να μην είχα γνωρίσει κάποιον, κι άλλο τι έκανα εφόσον γνώρισα κάποιον, και που άφησα τη φαντασία μου να καλπάσει μέχρι να σκάσω σαν καπότα παραφουσκωμένη με νερό. Να' μουν τουλάχιστον μπαλόνι φουσκωμένο με ήλιο, να πετάξω ψηλά και να τους βγάζω τη γλώσσα....
Τέλος πάντων. Επιβίωσα. Αυτό έχει σημασία. Και τώρα πάμε για έναν άλλο κύκλο ζωής. Μικρό μεγάλο, ποιος ξέρει. Δεν έχω ζήσει ποτέ έξω από τη χώρα μου, βγήκα από αυτήν τρεις φορές για μικρές διακοπές και τρεχάλα πίσω. Τώρα σκέπτομαι πως αυτό έγινε γιατί επρόκειτο να φύγω μια και καλή. Έτσι κι αλλιώς, χώρα μου λέω, αλλά μόνό χώρα μου δεν υπήρξε. Άλλοι πήραν και βολεύτηκαν και μάσησαν και φτιαχτήκανε και απέκτησαν μούρη και γκλαμουριά και σνομπισμό κι ότι ζήτησαν, εγώ απορώ και πως κατάφερα να μεγαλώσω το παιδί μου. Μεροδούλι μεροφάι, σήμερα μου κόβουν το ηλεκτρικό, αύριο πλήρωσα το ηλεκτρικό αλλά μου κόβουν το τηλέφωνο, και μια κάρτα της τράπεζας που τον ανεξόφλητο έχει, κι άντε σήμερα κι άντε αύριο, μπας μείνει κανένα φράγκο να φτιάξουμε τα δόντια, τέσσερα χρόνια πέρασαν που τά'χασα από τη μια πλευρά, τώρα τα χάνω κι από την άλλη, χέσε μας πατρίδα.
Βρέχει. Χτυπάει το νερό πάνω στον αναποδογυρισμένο πάτο της λεκάνης που έχω αφήσει απέξω. Δυο δυο οι σταγόνες, τρεις τρεις ή και μία μία. Ωραίος ήχος, μου θυμίζει τότε που αγκάλιαζα τη μάνα μου στο κρεβάτι, μέσα στην παράγκα που το νερό την έλυωνε σιγά σιγά, μέχρι που έπεσε. Το νερό με τον ωραίο του ήχο, λυώνει και τους πλίνθους στο προσφυγικό. Αν, γυρίσω κάποτε, θα βρω μόνο ένα οικόπεδο. Και μέσα σ' αυτό καταπλακωμένα, οι ώρες που περίμενα να αλλάξει κάτι και τα βιβλία μου.
Αυτό το άμα θέλω, άμα χρειαστώ, αχρείαστος νά' ναι ο όποιος κάποιος, μας έχει κάνει όλους γελοίους. Τρώμε στη μάπα ακριβώς ότι σιχαινόμαστε και αυτό το λέμε, υποχρεωτική συναναστροφή. Επειδή όλοι οι άνθρωποι τις έχουμε κάνει τέτοιες ηλιθιότητες στο παρελθόν και πολλοί εξακολουθούν να τις κάνουν και στο παρόν, όχι εγώ, χρησιμοποιώ τον πληθυντικό. Στην πραγματικότητα άμα σιχαθείς άπαξ, δεν γίνεται να ξαναπέσεις στον ίδιο λάκκο. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά αρχίζεις και αντιπαθείς αυτούς που το κάνουν συστηματικά. Σιγά ρε! Θα χάσεις την κότα με το χρυσό αυγό έτσι και πεις στον άλλο να σου αδειάσει τη γωνιά; Να μη σου μιλάει γιατί δεν γουστάρεις; Έτσι και δεν του μιλήσεις εσύ, δεν του γελάσεις, δεν συναινέσεις για να πιείτε κανένα ποτηράκι κρασί παρέα, να βρεθείτε κάπως, αχμού αχμά αχταρμά. Δεν τα γουστάρω τα μέσα. 25 χρόνια στην Καισαριανή, ξέρω τουλάχιστον χίλιους ανθρώπους που καλημερίζω, έχω φάει πάνω από 20 φορές με τους τριακόσιους, με καλούν όποτε θέλουν να με ενημερώσουν για κάποια κινητοποίηση, μπορεί και σε περίοδο εκλογών, περνάω συχνά από την πλατεία και τους βλέπω να κάθονται στα τραπεζάκια έξω, σταματώ τους λέω καλησπέρα, μου λένε κάτσε, τους λέω βιάζομαι, 25 ολόκληρα χρόνια στη γειτονιά, μία φίλη έκανα από τον πρώτο χρόνο, με αυτήν έμεινα. Μπορεί να φταίω κι εγώ δε λέω. Είμαι μονόχνωτη Μπορεί όμως και να νομίζω πως είμαι. Αν δηλαδή χτύπαγε το τηλεφωνό μου μια φορά για να με καλέσουν σε ένα από κείνα τα ωραία τσιμπούσια τους θα έλεγα όχι; Αλλά αυτό το σιχαμένο χτυπάει μια φορά στο εξάμηνο για να μου πουν είτε να κατέβουμε στην πορεία μαζικά, είτε να παραβρεθώ σε συζήτηση με θέμα την αντιλαϊκή πολιτική και τι θα κάνουμε με το χαράτσι, που όλο δεν το πληρώνουμε είναι κι όλοι έτρεξαν πρώτοι και καλύτεροι να το πληρώσουν, είτε έρχονται εκλογές, είτε κανένας διάσημος αριστερός ήρθε να μας πει για την αντεπίθεση της αριστεράς, καλά και ήρθε και ξυπνήσαμε.
Ναι. Και τώρα ετοιμάζω τα χαρτιά μου για να φύγω. Ένας το είχε μάθει από την αρχή, απ' αυτόν μέχρι τώρα θα το έχουν μάθει όλοι. Χέστηκε η φοράδα στο αλώνι. Η μάνα μου στο χωριό, άρρωστη και ανήμπορη να ακολουθήσει, μακάρι να γινόταν να την πάρω μαζί μου. Οι πιο κοντινοί μου φίλοι, είναι η μία που προανάφερα, κι ένα ζευγάρι. Πολύ σημαντικοί τόσο σαν φίλοι όσο και σαν άνθρωποι γενικά. Με το ζευγάρι δεν βλέπομαι συχνά, δεν μένουμε κοντά, έχουν και πολλούς φίλους, εγώ δεν έχω. Με τη μία βλεπόμαστε, αλλά δεν μιλάμε πια, τα έχουμε πει όλα, έχει μεγαλώσει, έχει βαρύνει, δεν βγαίνει από το σπίτι, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί πρακτικό και ψυχολογικό στήριγμα για μένα. Και οι τρεις αυτοί.
Και τέλος. Όταν θα σκέπτομαι τη χώρα μου και τους ανθρώπους της, δεν θα έχω να νοσταλγώ πολλούς. Αυτοί που ήδη που έχω νοσταλγήσει , είναι από χρόνια παρελθόν. Υπάρχουν και κάποιοι που όχι μόνο δεν νοσταλγώ, αλλά θα προτιμούσα να μην είχα γνωρίσει. Αν ο χρόνος γύριζε πίσω όμως, θα έκανα ακριβώς τα ίδια και δεν θα μετάνιωνα. Γιατί άλλο θα προτιμούσα να μην είχα γνωρίσει κάποιον, κι άλλο τι έκανα εφόσον γνώρισα κάποιον, και που άφησα τη φαντασία μου να καλπάσει μέχρι να σκάσω σαν καπότα παραφουσκωμένη με νερό. Να' μουν τουλάχιστον μπαλόνι φουσκωμένο με ήλιο, να πετάξω ψηλά και να τους βγάζω τη γλώσσα....
Τέλος πάντων. Επιβίωσα. Αυτό έχει σημασία. Και τώρα πάμε για έναν άλλο κύκλο ζωής. Μικρό μεγάλο, ποιος ξέρει. Δεν έχω ζήσει ποτέ έξω από τη χώρα μου, βγήκα από αυτήν τρεις φορές για μικρές διακοπές και τρεχάλα πίσω. Τώρα σκέπτομαι πως αυτό έγινε γιατί επρόκειτο να φύγω μια και καλή. Έτσι κι αλλιώς, χώρα μου λέω, αλλά μόνό χώρα μου δεν υπήρξε. Άλλοι πήραν και βολεύτηκαν και μάσησαν και φτιαχτήκανε και απέκτησαν μούρη και γκλαμουριά και σνομπισμό κι ότι ζήτησαν, εγώ απορώ και πως κατάφερα να μεγαλώσω το παιδί μου. Μεροδούλι μεροφάι, σήμερα μου κόβουν το ηλεκτρικό, αύριο πλήρωσα το ηλεκτρικό αλλά μου κόβουν το τηλέφωνο, και μια κάρτα της τράπεζας που τον ανεξόφλητο έχει, κι άντε σήμερα κι άντε αύριο, μπας μείνει κανένα φράγκο να φτιάξουμε τα δόντια, τέσσερα χρόνια πέρασαν που τά'χασα από τη μια πλευρά, τώρα τα χάνω κι από την άλλη, χέσε μας πατρίδα.
Βρέχει. Χτυπάει το νερό πάνω στον αναποδογυρισμένο πάτο της λεκάνης που έχω αφήσει απέξω. Δυο δυο οι σταγόνες, τρεις τρεις ή και μία μία. Ωραίος ήχος, μου θυμίζει τότε που αγκάλιαζα τη μάνα μου στο κρεβάτι, μέσα στην παράγκα που το νερό την έλυωνε σιγά σιγά, μέχρι που έπεσε. Το νερό με τον ωραίο του ήχο, λυώνει και τους πλίνθους στο προσφυγικό. Αν, γυρίσω κάποτε, θα βρω μόνο ένα οικόπεδο. Και μέσα σ' αυτό καταπλακωμένα, οι ώρες που περίμενα να αλλάξει κάτι και τα βιβλία μου.