Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012

Π εριμένω
Α κόμα
Ρ άθυμος ο χρόνος της αναμονής
Α φήνει την πνοή του στα όνειρα
Μ ικρό και το πεδίο της δράσης του
Υ πο τον ήχο μακρινών παιάνων
Θ ραύσματα κοινής συναίσθησης
Ι σομέρεια υπνηλίας άψογα μοιρασμένης
Α κόμα και στον κεραυνό χαριεντίζεται
Ζ εματίζει ο ήλιος των κρανίων τα σπήλαια
Ο της νύχτας εχθρός αγνοεί τα πιο μέσα
Μ άταια οι μούσες και οι θεοί αγωνίζονται
Α κόμα τα πολλά να γίνουνε ένα
Ι σως να μην είναι και άλλου ζητούμενο.

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

Είμαι ανήσυχη. Πολύ ανήσυχη. Γύρισα με βελόνες μπηγμένες στα γόνατα από το κρύο και το μάτι μου το κακό αυτό που είχε πάθει την πάρεση τρεμόπαιζε έτοιμο να κοκαλώσει ξανά. Πέταξα την εφημερίδα στο τραπέζι. Έτρεξα στην κουζίνα. Έβαλα το σπανακόρυζο που έφτιαξα χθες και κάθισα να το φάω με μεγάλη ανακούφιση. Μπήκε στην κουζίνα η Βάσια. Τι τρώμε σήμερα μάνα; -Σπανακόρυζο. -Πλάκα μου κάνεις; πότε το έφαγα εγώ αυτό το φαϊ; -Έχει και σπανακόπιτα από χθες, φάε αυτό. -Τι σ' έπιασε ρε μάνα; δεν θα μαγειρέψεις τώρα τίποτα να φάμε; -Όχι. Καλά εσύ δεν παίρνεις χαμπάρι τίποτα;
-Α κατάλαβα. Θα με αρχίσεις πάλι με αυτές τις οικονομικές μιζέριες. -Δεν είναι θεωρητικολογίες μανάρι μου, καίγονται τα μπατζάκια μας. Άρχισε να δίνεις λίγη προσοχή στο τι γίνεται σ' αυτή τη χώρα, είναι η χώρα σου. Και είναι οι μέρες σου μέσα σ' αυτήν. Μπορείς μάλιστα να θεωρήσεις πως βιώνεις την ανεπανάληπτη ιστορία της. -Μαλακίες, τα λες αυτά τώρα γιατί βαριέσαι να μαγειρέψεις. Αφού το ξέρεις δεν γουστάρω την πολιτική, και δεν μου αρέσει να ασχολούμαι με αυτά".

Είμαι ανήσυχη. Πολύ ανήσυχη. Κοιτάζω το παιδί που έφτιαξα, ένα καλό παιδί, μαζεμένο, που αγαπάει το σπίτι του που τα πηγαίνει καλά με τους γονείς του, που δεν έχει σοβαρές κόντρες μαζί μας, αλλά το κοιτάζω και τρομάζω. Πως μου ξέφυγε αυτή η "λεπτομέρεια;" Πως δεν κατάφερα, πολιτικό ζώο εγώ, να της περάσω το ενδιαφέρον για τον τόπο της; Πως δεν κατάφερα μέσα στη συνείδησή της να ταυτίσω το "είναι" της με το "είναι αυτού του τόπου;" Πως την άφησα να πιστεύει ότι άλλο πράγμα είναι η πολιτική και άλλο η ζωή; Άλλο πράγμα το ποιος θα επιλέξεις να είσαι και άλλο το πως θα το κάνεις; πως την άφησα να αγνοεί τη σοβαρότητα της κατάστασης, να αγνοεί τι σημαίνει αύξηση της ανεργίας, περισσότεροι φόροι, περικοπές μισθών και να τα θεωρεί όλα πολιτικά θέματα; 17 χρονών γαϊδάρα είναι πια. Άλλα παιδιά στην ηλικία της είναι έξω στους δρόμους και τρώνε μάπες, δακρυγόνα, καρδιοχτυπούν, αγωνιούν, βραχνιάζουν. Τι έχω κάνει; Σε ποιες ρίμες κολοβάραγα αντί να κάθομαι να δουλεύω μαζί της; Τόσες φορές την πήρα μαζί μου στη δουλειά. Της έδειξα τους ανθρώπους τους ξαπλωμένους στο δρόμο. Άλλοι από πείνα, άλλοι από ναρκωτικά, άστεγοι άλλοι, άλλοι κινούμενα πτώματα. Της έδειχνα και της έλεγα "κοίτα παιδί μου, οι άνθρωποι αυτοί είναι εγκαταλειμένοι στην τύχη τους. Τους οδήγησαν στο έσχατο σημείο τους. Μη γίνεις ένας από αυτούς που ευθύνονται για την κατάστασή τους". Αυτά της τα είπα. Την έκανα και λυπησιάρα ενώ το ζητούμενο ήταν άλλο. Ήταν άλλο αλλά μου ξέφευγε μαζί της. Τη θεωρούσα πάντα πολύ μικρή. Και τώρα να. Μεγάλωσε κι ακόμα δεν ξέρει. Φέτος τελειώνει το λύκειο. Κάνει όνειρα για τη ζωή της στην Αμερική. Άφησα το φαγητό μου στη μέση. Το πέταξα στο νεροχύτη. Τη φώναξα μέσα.
-Τι είναι πάλι;
-Εμείς θα φύγουμε, αν τα καταφέρουμε να είμαστε έτοιμοι εγκαίρως γιατί παίζει κι ένα σενάριο να μην προλάβουμε. Πες λοιπόν ότι προλάβαμε και φύγαμε. Εδώ όμως θα μείνουν οι φίλοι σου. Η Μαρία, η Καλλίνα, η Κατερίνα, το αγόρι σου, η Αγγελίνα, η Κωνσταντίνα, ο Ακληπιός. Τα παιδιά αυτά τελειώνουν επίσης το λύκειο φέτος. Σου έχει περάσει από το μυαλό που θα είναι σε ένα, δυο, τρία χρόνια από τώρα; πως θα ζουν; τι θα κάνουν στη ζωή τους αυτά τα παιδιά;
-Ναι και στενοχωριέμαι. Θα τους πάρω όλους στην Αμερική.
-Βάσια σοβαρά μιλάμε τώρα. Συγκεντρώσου.
-Μάνα, οι φίλοι μου που νομίζεις άσχετους και ότι είναι στην κοσμάρα τους, σκέπτονται να μη δώσουν εξετάσεις στο πανεπιστήμιο για να μην επιβαρύνουν τους γονείς τους οικονομικά, που ήδη βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Μάνα, όταν μαζευόμαστε πάνω κει σε κείνο το μέρος που αποκαλούμε θέα και μας τη λέτε γιατί καθόμαστε και ξυλιάζουμε στο κρύο για να κάνουμε χαβαλέ μεταξύ μας, το κάνουμε γιατί δεν έχουμε λεφτά να πάμε να πιούμε ένα καφέ. Γιατί έχουμε ανάγκη να δει ο ένας τον άλλο. Ξέρω θα μου πεις φέρτους εδώ. Το έκανα μια δυο τρεις δέκα. Πήγαμε και στου καθένα άλλες τόσες και πηγαίνουμε. Θέλουμε και μια έξοδο όμως. Να ξελαμπικάρει το μάτι μας, να δούμε κάτι άλλο. Δεν έχουμε λεφτά και πηγαίνουμε στη θέα. Και  βλέπουμε την Αθήνα από κει πάνω και κάνουμε πλάκες. Αν και τώρα τελευταία δεν έχει καθόλου πλάκα. Οι γονείς της τάδε χώρισαν γιατί δεν άντεχε η μάνα της να δουλεύει μόνο αυτή και να της πέφτει όλο το  βάρος στην πλάτη. Παρηγορούμε την τάδε, και μέχρι να συνεφέρουμε αυτήν, καταρρέει μια άλλη, ένας άλλος. Σκατά μάνα, σκατά!
Πως αρχίζει να συνειδητοποιεί κανείς τον κόσμο γύρω του, να παίρνει είδηση τι συμβαίνει, να παίρνει θέση, να συμμετέχει στις κινητοποιήσεις, να έχει φωνή, άποψη, θέση απέναντι στα στραβώς κείμενα αυτού του τόπου; Από τη μάνα; από τον πατέρα; από το πόσο συχνά σου μιλάνε οι γονείς σου γι' αυτά; ή από την προσωπική σου επαφή με την πραγματικότητα; Νομίζω είναι το δεύτερο. Ίσως να πρέπει να την αφήσω στην ησυχία της. Τελευταία της χρονιά στο λύκειο.
-Μάνα, του χρόνου τέτοιον καιρό θα έχουμε όλοι χαθεί μεταξύ μας. Ρουφάω τις στιγμές που είμαστε ακόμα μαζί. Τέτοια εποχή του χρόνου όπως το λες κι εσύ, ποιος ξέρει που θα βρίσκεται ο καθένας μας, με ποια τέρατα θα παλεύει. Άσε με σε παρακαλώ λοιπόν, μη με ζαλίζεις την Τρόικα και τους μαλάκες. Κάνε εσύ αυτό που θεωρείς σωστό κι άσε με κι εμένα να βρω το δρόμο μου. Πολλά στα ζητάω;
-Όχι παιδί μου. Δεν τα ζητάς πολλά. Έχεις απόλυτο δίκιο σε όλα. Μόνο που εγώ, να, ανησυχώ, γιατί δεν θέλω να μου προκύψεις ανυποψίαστη, σε μέρες που εσείς θα έχετε το μεγαλύτερο πρόβλημα. Και θα ήθελα να ήξερα την απάντησή σου σε όλα αυτά από τώρα.
-Α ρε κουτορνίθι μάνα! Τι με πέρασες στραβή; δεν βλέπω τι τραβάς; τι τραβάνε όλοι; Όταν θα κατέβουνε στο δρόμο οι άνθρωποι και ανοίξουν τα κεφάλια εσύ θα πονέσεις περισσότερο από μένα; Με ενοχλεί που δεν μου έχεις τόση δα εμπιστοσύνη και με θεωρείς ούφο. Απλώς γύρω μου είναι όλα μαυρίλα. Δεν γουστάρω τη μαυρίλα ρε παιδί μου, θα με κατηγορήσεις και γι' αυτό τώρα; Κανείς μας δεν γουστάρει τη μαυρίλα. Κάνουμε χαβαλέ κι όλοι, μα όλοι, έχουμε ένα λούκι που τραβάμε στο σπίτι μας. Δεν φτάνει αυτό; πρέπει να καθόμαστε να σκεπτόμαστε και τα λούκια όλων των άλλων;
Σιχαίνομαι την πολιτική. Σιχαίνομαι πιο πολύ τους πολιτικούς. Κοίτα που οδήγησαν την Ελλάδα. Τα σιχαίνομαι όλα. Να πάνε στο διάολο όλοι. Και σε ότι με αφορά, κι αυτοί και τα πανεπιστημιά τους. Το ξέρεις μάνα ότι στην τελευταία τάξη του λυκείου το μάθημα στα πρωτεύοντα μαθήματα συνεχίζονται από κει που σταμάτησε το φροντιστήριο; Στη δικιά σου την εποχή αν δεν πήγαινες φροντιστήριο αλλά διάβαζες, περνούσες σε σχολή. Τώρα, αν δεν πας να τα σκάσεις δεν περνάς πουθενά. Και να θέλεις να διαβάσεις δεν μπορείς. Τους έχω γραμμένους μέσα στην τάξη, ζωγραφίζω την ώρα του μαθήματος αφού δεν καταλαβαίνω τίποτα, και προσπαθούνε να αποδείξουν κάθε φορά ότι έχω άσχημη ανατροφή, ότι δεν έκανες καλή δουλειά μαζί μου, ότι είμαι αναρχικιά και απειθάρχητη και κακή επιρροή για τους συμμαθητές μου. Κανείς δεν με ρώτησε τι συμβαίνει, γιατί δεν συμμετέχω, γιατί δεν καταλαβαίνω, τι πρόβλημα έχω. Κανείς ποτέ. Είμαι λοιπόν ένα φυτό, μια αμελητέα ποσότης μέσα στην τάξη και ανήκω στο σαράντα τοις εκατό των μαθητών, που δεν έχουν καμιά δουλειά όπως σου ειπαν οι καθηγητές μου, να βρίσκονται στα σχολεία, δεν δικαιούνται, γιατί δεν είναι καλοί μαθητές. Κι αν αυτό δεν είναι φασισμός όπως το πασάρουν δεν ξέρω κι εγώ τι είναι ούτε με ενδιαφέρει, ούτε όμως κι αυτοί με ενδιαφέρουν. Αλλά να ξέρεις. αν ξανακούσω κανένα τους να σε κατηγορεί εμμέσως πλην σαφώς για τη στραβοδουλειά που έχεις κάνει μαζί μου, θα τον πάρει και θα τον σηκώσει. Και χέστηκα και για τη διαγωγή και για τ' απολυτηριά τους. Πολιτική δεν ήθελες; φάε πολιτική."
Και μπαμ βροντάει την πόρτα και κλείνεται στο δωματιό της και σε τρια δευτερόλεπτα δονείται όλο το σπίτι από τη μουσική της.
Τι ακούει αλήθεια;
with a litlle help from my friends μεγας ει κύριε. Αυτά ήταν δικά μου!

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Που πας κορίτσι όμορφο με τις λυωμένες σόλες;
δεν θά'ταν τάχα καλύτερα ξυπόλητη να περπατάς
χωρίς τα φθαρμένα λουριά να σου τρώνε τα πόδια
χωρίς το καμένο λάστιχο να σου τρυπά τα πέλματα;
Κι αυτό το πρόσωπό σου με την ξεραμένη μάσκαρα
κι αυτά τα μάγουλα με το μπαγιάτικο ρουζ
κι αυτά τα ρούχα τα λαμέ μες στο καταμεσήμερο
τα ρούχα με τα ύπουλα ξέφτια
σερνάμενη νύχτα μες στο καταμεσήμερο που πας;
Τα πόδια ξυπόλητα γίνονται δυνατά
κι ελάχιστα νιώθουν τα χαλίκια και τ' αγκάθια.
Που πας κορίτσι  με τα βουλιαγμένα μάτια;
και ποιοι τα τελευταία ψήγματα της ξεγνοιασιάς σου
 πριν το ξημέρωμα χαρήκαν,
ποιοι, την ώρα που έσκαγαν οι ακτίνες της μέρας
σε γύρισαν πίσω στο σκοτάδι
μ' ένα λαμέ που πια δεν γυαλίζει
που πας γιαγιά ταλαίπωρη με τις λυωμένες σόλες; 

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012

"Το σκέφτηκα πολύ και τελικά το αποφάσισα. θα καθίσω να γράψω ένα διήγημα. Θα καθίσω να φτιάξω ένα ποίημα, θα καθίσω να ξεκινήσω ένα νέο μυθιστόρημα". Εδώ κι ένα χρόνο όλο αυτά λέω στον εαυτό μου και τίποτα δεν κάνω, τίποτα δεν μου κάθεται και σε τίποτα δεν κάθομαι. Και γιατί να κάτσω; Γιατί να έρθει η φαντασία να πάρει τη θέση αυτής της πραγματικότητας που βιώνουμε σα λαός εδώ και τέσσερα χρόνια; Δεν μας φτάνουν τα χάλια μας τα μαύρα θέλουμε κι άλλα, πρόσθετα από πάνω;
Το σκέφτηκα και το αποφάσισα, θα μιλήσω για αλήθειες.
Έχω γράψει για τους αστέγους και τους ανέργους που στο μεταξύ αυξάνονται και αυξάνονται, πολλές φορές. Για τους Γιωργάκηδες, τους Πάγκαλους και τους Βενιζέλους. Για τις άχρηστες και ανίκανες κυβερνήσεις που από πότε να  τις πιάσει κανείς, κι από που να τις πιάσει, βρωμάνε κι όλας οι άτιμες...
Για τα λάθη μας σαν λαός, αν και τα εξέθεσα μέσα από προσωπικές εμπειρίες επί το πλείστον. Γιατί δεν μου αρέσει να μιλώ θεωρητικά ή από το θεωρείο μου, να σαρκάζω, να το παίζω ξερόλας, να βγάζω τον εαυτό μου απέξω και να κρίνω τη πλειοψηφία, στο κάτω κάτω αυτό το κάνουν οι Γερμανοί και οι Γάλλοι για μας, φτάνει και με το αυτομαστίγωμα ελληνικέ λαέ.
"Του παράδεισου πάντα την ψευτιά σου χαρίζουν,
υποσχέσεις σου δίνουν και γλυκά σε κοιμίζουν..."
Τώρα όλοι σε βρίζουν. Πριν από πέντε χρόνια, τα τηλέφωνα κουδούνιζαν ομεληρίς στα σπίτια. Η μια τράπεζα συναγωνιζόταν την άλλη, ποια θα σε βάλει πιο βαθιά στο χρέος. Τώρα να μου πεις εσύ ανεγκέφαλος ήσουν; δεν ήξερες, δεν ρώταγες; Δεν μάθαινες; τίποτα δεν υποψιάστηκες;
Σε τιμωρούν λέει τώρα οι Γερμανοευρωπαίοι, γιατί ζούσες ζωή άνετη, πάνω .από τις δυνάμεις σου. Σάματις και τις προηγούμενες δεκαετίες που ζούσες ζωή στερημένη κι αυτοί έχτιζαν τις οικονομικές του αυτοκρατορίες στην πλάτη σου δεν σε τιμωρούσαν. Για τότε λέω που έφευγε ξανά σωρηδόν ο ελληνικός πληθυσμός και μπουζουριαζόταν στις φάμπρικες της Φρανγκφούρτης. Τι έχεις Γιάννημ' τι' είχα πάντα και επειδή για μια δεκαετία ήρθαν οι επιτήδιοι να μοιράσουν πλαστικό στην ουσία χρήμα, και αμάξια ιλουστρασιόν και ότι σκατά επινόησαν για το γυαλισμένο μάτι του ανέκαθεν πεινασμένου Έλληνα, κι επειδή αυτοί οι απατεώνες έχωσαν τον κόσμο βαθιά μέσα στα χρέη για να δικαιολογήσουν τις δικές τους ατασθαλίες, θα πληρώσει πάλι όπως ήταν άλλωστε ο στόχος, πάλι ο κοσμάκης. Κι όχι μόνο, αλλά με την ενθάρρυνση μιας κακομούτσουνης Γερμανίδας κι ενός κοντοπίθαρου κομπλεξικού, θα πετάνε στα μούτρα ότι είμαστε όλοι απατεώνες και μας αξίζει να καούμε στο πυρ το εξώτερον, εσαεί. Διότι αφού δεν υπάρχει πρόβλεψη και σχέδιο για καμιά οικονομική ανάπτυξη, για καμιά ανάκαμψη, για καμιά ανακούφιση του λαού, το σχέδιο είναι να μας τιμωρούν στον αιώνα τον άπαντα με περισσότερες, απολύσεις, φόρους, μειώσεις μισθών, και εξαθλίωση.
Οι καθαρά σκεπτόμενοι άνθρωποι του κόσμου, ακόμα και της Ευρώπης, ξέρουν και μιλούν για αυτή την άσχημη προπαγάνδα, για τους στόχους και τα σχέδια της Μέρκελ και του φερεφωνού της Σαρκοζί, για το πειραματόζωο Ελλάδα και τις βλέψεις των παραπάνω. Οι Έλληνες είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις τους βεβαίως, για τα λεφτά που πήραν από την οικονομική κοινότητα χωρίς να τα χρησιμοποιήσουν στο πρόγραμμα για το οποίο τα πήραν, για τα δάνεια από τις τράπεζες που δεν σκέπτονταν το πως θα εξοφλήσουν, για το ότι τόσο εύκολα δέχτηκαν λεφτά αμφιβόλου προέλευσης ακόμα κι από αναγνωρισμένους φορείς, έχουν ένα μερίδιο ευθύνης όπως και να το κάνουμε, αλλά δεν ξεκινάει το κακό από αυτούς. Κι εμένα αν μου κούναγε μια καλοψημένη μπριζόλα κάποιος μοσχομυριστή μπροστά στα μάτια και τη μύτη μου, θα την αρπάξω, ακόμα κι αν λίγο πριν είχα στουμπώσει από το πλιγούρι μου. Κι αυτό οι επιτήδιοι το ήξεραν καλά, το είχαν μελετήσει καλά. Τι ψάχνουμε τώρα. Για ποια τιμωρία μιλάμε. Πως τιμωρήθηκαν όλοι αυτοί που το έκαναν αυτό στον κόσμο; Και γιατί του στερούν τώρα το δικαίωμα να τιμωρήσει τους υπεύθυνους; Να πάει να ψηφίσει και να μαυρίσει όλους αυτούς που μέχρι τώρα του το έπαιζαν εθνοσωτήρες; Στα πλαίσια της τιμωρίας μας είναι και η εγκάθετη κυβέρνηση, από μια δεξιά, μια ακροδεξιά κι ένα φάντασμα του Πασοκ που κυβερνάνε σήμερα; Ποιον ρώτησαν που ήρθαν και παλουκώθηκαν εδώ πέρα; Ποιον ρώτησαν αν τους θέλουμε να μείνουν άλλο ένα χρόνο εδώ; Που μας οδηγούν λοιπόν αν στόχος τους δεν είναι η απόλυτη υπουδούλωση ενός λαού ταυτόχρονα με την εξαθλιωσή του; Στην αιματοχυσία; Για να έρθουν μετά να λεηλατήσουν ως αρωγοί επανασυγκρότησης ότι δεν έχουν στο μεταξύ κατασπαράξει;
Άντε κάτσε γράψε διήγημα, μυθιστόρημα ποίημα που να μην αφορά αυτά που περνάμε στις μέρες μας, που να μην έχει σχέση με το μεγάλο μας ζητούμενο.
Συσπείρωση, σύμπνοια, απόφαση, εξέγερση, διεκδίκηση και νίκη, τώρα.